Η Τέχνη της Αυτο-αποδοχής

love56

Η αυτοεκτίμηση είναι ένα βασικό εργαλείο για την αρμονική ανάπτυξη ενός ατόμου, όσο μεγαλώνει. Συνήθως τα ασυνείδητα λάθη των γονιών αλλά και η έλλειψη γνώσης και εκπαίδευσης των παιδιών στο να μαθαίνουν και να αγαπούν τον εαυτό τους για αυτό που είναι, χωρίς ταμπέλες και χαρακτηρισμούς, οδηγούν στο να δημιουργούν τα παιδιά, και να διατηρούν κατά τη διάρκεια της ζωής τους, πεποιθήσεις που προκαλούν χαμηλή αυτοεκτίμηση και πληγωμένες προσωπικότητες.

Σε απόσπασμα από το βιβλίο του Dr Robert Anthony «Τα μυστικά της απόλυτης αυτοπεποίθησης», από τις Εκδόσεις Διόπτρα, διαβάζουμε πως η αναγνώριση της πραγματικής αξίας σας αποτελεί έναν ακόμη κρίσιμο παράγοντα στη δημιουργία απόλυτης αυτοπεποίθησης. Είναι αποδεδειγμένη αρχή της ζωής ότι ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΓΙΝΕΤΕ «ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ» ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ ΣΑΣ, δηλαδή από το πώς αισθάνεστε για τον εαυτό σας, σε σχέση πάντα με τους άλλους, βάσει της αίσθησης αυτο-αποδοχής σας. Αυτά τα αισθήματα είναι ουσιαστικά ασυνείδητα και έχουν προγραμματιστεί στο υποσυνείδητο σας από την πρώιμη παιδική ηλικία.

Θετική αυτοεκτίμηση δεν είναι η αποδοχή των ταλέντων ή των επιτευγμάτων μας μέσω της λογικής. Πρόκειται για προσωπική αυτο-αποδοχή. Η ανάπτυξη θετικής αυτοεκτίμησης δεν αποτελεί κάποιο εγωιστικό τέχνασμα. Δεν είστε ερωτευμένοι με τον εαυτό σας με την εγωιστική έννοια. Απλώς συνειδητοποιείτε ότι είστε ένα πραγματικά μοναδικό και άξιο άτομο, που δεν χρειάζεται να εντυπωσιάσει τους άλλους με τα επιτεύγματα ή τα υλικά του αποκτήματα. Μάλιστα, εκείνοι που καυχιούνται και υπερηφανεύονται συνεχώς παρουσιάζουν ένα από τα κλασικά συμπτώματα χαμηλής αυτοεκτίμησης.

Εκ πρώτης όψεως, πολλοί φαίνεται να έχουν θετική ή υψηλή αυτοεκτίμηση. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν ισχύει πάντα. Μια από τις τραγωδίες των καιρών μας αφορά ηγέτες, δασκάλους, εφευρέτες, καλλιτέχνες και ανθρώπους με σπουδαία προσφορά στην ανθρωπότητα, που παρ’ όλα αυτά έχουν πέσει θύματα της δικής τους χαμηλής αυτοεκτίμησης. Κάποιοι από τους πιο θαυμαστούς ανθρώπους της ιστορίας έγιναν τοξικομανείς και αλκοολικοί ή διέπραξαν ακόμη και αυτοκτονία απλώς για να αποδράσουν από έναν εαυτό που δεν μπορούσαν ποτέ να αποδεχτούν απόλυτα και που συχνά έφταναν να μισούν.

Η ανάπτυξη θετικής αυτοεκτίμησης δεν έχει να κάνει μόνο με το πώς να κάνετε τον εαυτό σας ευτυχισμένο. Είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο πρέπει να δομήσετε ολόκληρη τη ζωή σας. Αν ποτέ ελπίζετε ότι θα είστε ελεύθεροι να δημιουργήσετε τη ζωή που επιθυμείτε, είναι κάτι που πρέπει να πάρετε πολύ σοβαρά. Αν δεν το κάνετε, το αποτέλεσμα θα είναι η ήδη χαμηλή σας αυτοεκτίμηση να επιδεινώνεται καθώς μεγαλώνετε, μέχρι που στο τέλος θα καταλήξετε να είστε δυστυχισμένοι ή, ακόμη χειρότερα, να έχετε τάσεις αυτοκτονίας όπως συμβαίνει με τεράστιο αριθμό ανθρώπων.

Ένας από τους καλύτερους τρόπους για να αποκτήσετε υψηλή αυτοεκτίμηση είναι να γνωρίζετε τι προκαλεί τη χαμηλή αυτοεκτίμηση και πώς εκδηλώνεται στους άλλους. Τότε θα μπορείτε να διακρίνετε τι πρέπει να κάνετε για να αυξήσετε την αυτοεκτίμηση σας.

Οι τρεις βασικές αιτίες χαμηλής αυτοεκτίμησης

Υπάρχουν τρεις βασικές αιτίες χαμηλής αυτοεκτίμησης. Η πρώτη είναι μια σειρά από αυτοκαταστροφικές αντιλήψεις, πεποιθήσεις και αξίες που έχετε αποδεχτεί από τους γονείς σας. Η δεύτερη αιτία είναι ένα σύνολο ταπεινωτικών χαρακτηρισμών, των οποίων γίνεστε αποδέκτες κατά τα σχολικά σας χρόνια, που σχηματίζεται λόγω των λανθασμένων και στρεβλών αντιλήψεων των δασκάλων και από άλλους παράγοντες όπως ο επαγγελματικός προσανατολισμός και τα τεστ νοημοσύνης.

Η τρίτη αιτία πηγάζει από την αρνητική θρησκευτική εξαρτημένη μάθηση και την υπερβολική έμφαση που δίνει στα αισθήματα ενοχής και αναξιότητας. Παρότι υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που συμβάλλουν στη δημιουργία χαμηλής αυτοεκτίμησης, οι τρεις παραπάνω είναι οι σημαντικότεροι.

Μακράν ο ισχυρότερος παράγοντας που συμβάλλει στην ανάπτυξη χαμηλής αυτοεκτίμησης είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση των γονιών μας. Αυτό ισχύει ειδικά για τη μητέρα μας, το άτομο με το οποίο συνήθως περνάμε τα χρόνια κατά τα οποία διαμορφωνόμαστε. Επειδή οι περισσότεροι ενήλικοι παλεύουν με λανθασμένες αντιλήψεις, αξίες και πεποιθήσεις, οι ιδέες αυτές περνούν στα παιδιά σαν μεταδοτική ασθένεια μέσω συμπεριφορών, πράξεων και αντιδράσεων.

Αν οι γονείς αισθάνονται ανεπαρκείς και υποδεέστεροι, εμείς, ως παιδιά, θα αισθανόμαστε ανάξιοι και ως αποτέλεσμα θα είμαστε ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε ακόμη και τα απλούστερα προβλήματα στο σπίτι ή στο σχολείο. Ουσιαστικά, οι «λανθασμένες» εικασίες των γονιών μας γίνονται τα «δεδομένα» της ύπαρξης μας. Όσα ακολουθούν θα σας βοηθήσουν να αντιληφθείτε γιατί συμβαίνει αυτό.

Από τη στιγμή που γεννιέστε μέχρι την ηλικία περίπου των πέντε ετών, ο εγκέφαλος σας αναπτύσσεται ταχύτατα. Οι ψυχολόγοι αναφέρονται σε αυτή την περίοδο ταχείας ανάπτυξης ως περίοδο αποτύπωσης. Κατά τη διάρκειά της ο εγκέφαλός σας δεχόταν κρίσιμες και μόνιμες αισθητήριες εντυπώσεις, οι οποίες συνέβαλαν στη διαμόρφωση των συμπεριφορικών προτύπων σας. Εύκολα μπορείτε να αντιληφθείτε πως εάν ένας ή και οι δύο γονείς παρουσίαζαν χαμηλή αυτοεκτίμηση εκείνη την περίοδο, αυτό θα μπορούσε εύκολα να απορροφηθεί από τον ευεπηρέαστο εγκέφαλο του παιδιού.

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση εμφανίστηκε όταν κάνατε το πρώτο σας λάθος και σας είπαν ότι ήσαστε «κακό παιδί». Εσείς παρερμηνεύσατε τα λόγια αυτά και αισθανθήκατε ότι εσείς ήσαστε «κακοί», όταν στην πραγματικότητα μόνο οι πράξεις σας ήταν «κακές». Η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει «κακό παιδί». Το μόνο «κακό» με οποιοδήποτε παιδί είναι η έλλειψη επίγνωσης σχετικά με το τι παράγει θετικά αποτελέσματα.

Προφανώς υπάρχουν συγκεκριμένα πράγματα που δεν πρέπει να κάνει ένα παιδί, τα οποία αναγκαία πρέπει να επισύρουν κάποια λογική μορφή σωφρονισμού. Όμως τα πράγματα αυτά από μόνα τους δεν κάνουν ποτέ ένα παιδί «κακό». Λέγοντάς σας ότι ήσαστε «κακό παιδί», σας έκαναν να ταυτιστείτε με τις πράξεις σας αντί να κατανοήσετε ότι οι πράξεις σας δεν είναι τίποτα παραπάνω από τα μέσα με τα οποία επιλέγετε να ικανοποιήσετε τις κυρίαρχες ανάγκες σας.

Αν αυτό δεν γίνει κατανοητό από το παιδί και πιστεύει ότι είναι πραγματικά κακό, θα αναπτύξει αισθήματα αναξιότητας και κατωτερότητας, τα οποία θα προγραμματιστούν στο υποσυνείδητό του. Τα αισθήματα αυτά θα εκδηλωθούν στη συνέχεια ως ντροπή, αυτοκαταδίκη, τύψεις ή, το χειρότερο απ’ όλα, ενοχές.

Πηγή: Εναλλακτική Δράση (http://enallaktikidrasi.com/2016/09/texni-autoapodoxis/)

 

Μυθομανία

myth

Πώς ορίζεται η μυθομανία και πώς εκφράζεται στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου;

H παραποίηση της αλήθειας, η αλλοίωση ή απόκρυψή της είναι χαρακτηριστικά που ενίοτε συνοδεύουν την κοινωνική συμπεριφορά ενός ανθρώπου. Όταν όμως οι συμπεριφορές αυτές γίνονται ένα αναπόσπαστο κομμάτι της έκφρασής του, τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα συγχέονται και γίνεται μυθομανής. 

Στη μυθομανία η φαντασία είναι αναπόσπαστο κομμάτι των διηγήσεων, το οποίο όσο το άτομο τις εξιστορεί τόσο εισχωρεί μέσα στις κατασκευές του με απόλυτη πίστη ότι πράγματι συνέβησαν. 

Συνήθως είναι ο πρωταγωνιστής σεναρίων τα οποία δημιουργούν άμεσο εντυπωσιασμό στον περίγυρο και επιφέρουν στιγμιαία ικανοποίηση και ψυχική ανακούφιση στον ίδιο. 

Δεν υποκρίνεται με στόχο, ούτε εξαπατά εκούσια, αλλά η αυτοεκτίμησή του είναι τόσο χαμηλή και η ανάγκη του για αποδοχή τόσο έντονη που η κοινωνική του συνείδηση είναι εύπλαστη και ρευστή όταν είναι με κόσμο. Αν πιεστεί να παραδεχτεί την πραγματικότητα μπορεί να το κάνει στιγμιαία, θα ξανακυλήσει όμως στη δική του πραγματικότητα η οποία τον κυριαρχεί.

Τι κάνει έναν άνθρωπο μυθομανή;

Η λέξη-κλειδί είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση ως κυρίαρχο ψυχικό κίνητρο. Τα κενά στην ταυτότητα του ατόμου αναπληρώνονται προσωρινά μέσα από τις φανταστικές ιστορίες που αφηγείται. 

Πρόκειται για μια ψυχική άμυνα η οποία προσφέρει στο ψυχικά ευάλωτο άτομο τη «δυνατότητα» να είναι αυτός που θα ήθελε να είναι. Άμυνα όμως τόσο εύθραυστη, ώστε εκείνο καταντά εύκολα να γελοιοποιείται και να ξαναοδηγείται στην απόρριψη και την αυτομομφή. Η μοναξιά και το αδιέξοδο μεγαλώνουν και το άτομο οδηγείται σε περισσότερα ψέματα για να αναπληρώσει το κενό, εγκλωβισμένο σε έναν φαύλο κύκλο. 

Ο ψυχαναλυτής Ντόναλντ Γουίννικοτ ονόμασε τους μυθομανείς ενηλίκους «as-if-personalities» («σαν-να-προσωπικότητες») δηλαδή ψεύτικους εαυτούς. 

Στο πρώιμο περιβάλλον ενός μικρού παιδιού, μπορούμε να εντοπίσουμε την τάση του να προσαρμόζεται σε αδυσώπητες γονεϊκές προσδοκίες και να ταυτίζεται μόνο με αυτό που θέλουν οι άλλοι, ξεχνώντας το τι υπάρχει πραγματικά μέσα του. Επίσης γονείς που οι ίδιοι χρησιμοποιούν ψέματα συστηματικά για να χειρίζονται, να ελέγχουν ή να γεμίζουν τα ψυχικά τους ελλείμματα, μαθαίνουν στο παιδί αντίστοιχους δυσλειτουργικούς τρόπους διαχείρισης της συμπεριφοράς. 

Η τραυματισμένη αυτοεκτίμηση στο παιδί μπορεί να το κάνει να ψάξει για διέξοδο στην κατασκευή μύθων για να αντλήσει την αποδοχή που νιώθει ότι του λείπει. Όλες οι παραπάνω καταστάσεις συνεχίζουν να λειτουργούν ως κίνητρα της συμπεριφοράς στην ενήλικο πλέον ζωή με μεγάλο ψυχικό κόστος για το άτομο. 

Η αποδοχή του προβλήματος είναι το πρώτο βήμα. Μέσα από μια ψυχοθεραπευτική παρέμβαση, η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης μέσα από μια αληθινή σχέση τόσο με τον εαυτό όσο και με τους άλλους μπορεί να αποβεί λυτρωτική. Εδώ, η δυνατότητα χτισίματος μιας αληθινής σχέσης με τον θεραπευτή θα διαδραματίσει κεντρικό ρόλο.

Από την Δρ. Μυρσίνη Κωστοπούλου – Κλινική Ψυχολόγο, Ψυχοθεραπεύτρια (πηγή: TA NEA, 22/11/2012)

 

Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας (απόσπασμα)

child2

Στο παρελθόν διερωτόμουν αν θα μπορούσαμε ποτέ να συλλάβουμε το μέγεθος της μοναξιάς και της απομόνωσης που ζήσαμε όλοι μας ως παιδιά. Τώρα πια ξέρω ότι αυτό είναι εφικτό. Εδώ, κατά κύριο λόγο, δεν αναφέρομαι στα παιδιά που εμφανώς δεν τα φρόντιζαν ή τα είχαν πλήρως εγκαταλείψει και τα οποία πάντα το συνειδητοποιούσαν ή τουλάχιστον ενηλικιώθηκαν γνωρίζοντας πως κάπως έτσι ήταν τα πράγματα. Πέρα από αυτές τις ακραίες περιπτώσεις, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που ξεκινούν θεραπεία με την πεποίθηση (με την οποία άλλωστε μεγάλωσαν) ότι στην παιδική τους ηλικία ήταν ευτυχισμένοι και προστατευμένοι. Αυτοί οι ασθενείς είχαν πολλές δυνατότητες και ταλέντα για τα οποία τους επαινούσαν και τους θαύμαζαν, είχαν μάθει να χρησιμοποιούν την τουαλέτα από το πρώτο έτος της ζωής τους και μπορεί ακόμα, όταν ήταν μεταξύ ενάμισι και πέντε ετών, να φρόντιζαν τα μικρότερα αδέλφια τους.

Οι περισσότεροι γύρω μας πιστεύουν ότι αυτοί οι άνθρωποι -τα παιδιά δηλαδή που έκαναν περήφανους τους γονείς τους- θα πρέπει να έχουν μια ισχυρή και σταθερή αυτοπεποίθηση. Συμβαίνει όμως ακριβώς το αντίθετο. Τα πάνε καλά, συχνά πολύ καλά, σε οτιδήποτε κάνουν, οι άλλοι τους θαυμάζουν και τους ζηλεύουν και είναι επιτυχημένοι όποτε θέλουν να είναι – αλλά πίσω απ’ όλα αυτά παραμονεύει η κατάθλιψη, ένα αίσθημα κενού και αποξένωσης από τον ίδιο τους τον εαυτό και μια αίσθηση ότι η ζωή τους δεν έχει κανένα νόημα. Αυτά τα σκοτεινά συναισθήματα έρχονται στο προσκήνιο κάθε φορά που το ναρκωτικό των ιδεών μεγαλείου τους προδίδει, κάθε φορά που δεν βρίσκονται «στην κορυφή », που δεν είναι οι αναμφισβήτητοι «πρωταγωνιστές» ή που νιώθουν ξαφνικά ότι δεν κατόρθωσαν ν’ ανταποκριθούν ικανοποιητικά σε κάποια ιδεατή εικόνα ή σε κάποια πρότυπα. Τότε βασανίζονται από άγχος ή από βαθιά αισθήματα ενοχής και ντροπής. Γιατί αναστατώνονται όμως τόσο πολύ αυτοί οι ικανοί και προικισμένοι άνθρωποι;

Στην πρώτη συνέντευξη θα πουν στο θεραπευτή τους ότι είχαν γονείς γεμάτους κατανόηση ή ότι έτσι τουλάχιστον ήταν ο ένας από τους δύο. Αν έχουν επίγνωση του ότι οι άλλοι δεν τους καταλάβαιναν όταν ήταν παιδιά, νιώθουν πως το σφάλμα ήταν δικό τους και πως οφειλόταν στη δική τους ανικανότητα να εκφράζουν με τον κατάλληλο τρόπο τις επιθυμίες και τα συναισθήματά τους. Οι άνθρωποι αυτοί αφηγούνται τις πρώτες τους αναμνήσεις χωρίς να εκδηλώνουν την παραμικρή συμπάθεια για το παιδί που υπήρξαν κάποτε.

Αυτό δε που είναι αληθινά εκπληκτικό είναι το ότι αυτοί οι ασθενείς όχι μόνο έχουν μια πολύ μεγάλη ικανότητα ενδοσκόπησης, αλλά φαίνεται, ως ένα βαθμό, ότι μπορούν να κατανοούν συναισθηματικά αυτά που συμβαίνουν στους γύρω τους. Η πρόσβασή τους όμως στο συναισθηματικό κόσμο της δικής τους παιδικής ηλικίας έχει μπλοκαριστεί, και αυτά που τη χαρακτηρίζουν είναι η έλλειψη σεβασμού, ο καταναγκασμός τους να έχουν τον έλεγχο και να επηρεάζουν τις καταστάσεις, καθώς και η απαίτησή τους να έχουν πάντα επιτυχίες. Πολύ συχνά φαίνεται να περιφρονούν, να ειρωνεύονται, ακόμα και να περιγελούν και ν’ αντιμετωπίζουν με κυνισμό το παιδί που υπήρξαν κάποτε. Σε γενικές γραμμές δηλαδή τους λείπει εντελώς η πραγματική συναισθηματική κατανόηση ή η σοβαρή εκτίμηση των μεταστροφών της παιδικής τους ηλικίας και, τελικά, δεν αντιλαμβάνονται ούτε στο ελάχιστο τις πραγματικές τους ανάγκες – πέρα από την επιθυμία τους για επιτεύγματα. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν αρνηθεί την πραγματική τους ιστορία σε τέτοιο βαθμό που μπορούν εύκολα να διατηρούν την ψευδαίσθηση ότι η παιδική τους ηλικία ήταν καλή.

Ως βάση για την περιγραφή του ψυχικού κλίματος αυτών των ατόμων θα πρέπει να διατυπώσουμε κάποιες γενικές προϋποθέσεις: Από τις πρώτες μέρες της ζωής του το παιδί έχει μια πρωταρχική ανάγκη να το αναγνωρίζουν και να το σέβονται γι’ αυτό που είναι πραγματικά κάθε συγκεκριμένη στιγμή. Όταν λέμε «γι’ αυτό που είναι πραγματικά κάθε συγκεκριμένη στιγμή», αναφερόμαστε στα συναισθήματα και στις αισθητηριακές αντιλήψεις του παιδιού, καθώς και στον τρόπο που εκφράζονται από την πρώτη κιόλας μέρα της ζωής του. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα σεβασμού και ανεκτικότητας για τα συναισθήματά του το παιδί, στη φάση του αποχωρισμού, θα μπορέσει προοδευτικά ν’ αποστασιοποιηθεί από τη συμβιωτική σχέση με τη μητέρα του και να κάνει τα απαραίτητα βήματα προς την κατεύθυνση της εξατομίκευσης και της αυτονομίας. Αν και οι γονείς έχουν μεγαλώσει μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα, τότε μπορούν να παρέχουν πιο εύκολα στο παιδί τους τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την υγιή ανάπτυξή του. Στην περίπτωση αυτή μπορούν να εξασφαλίσουν στο παιδί την προστασία αλλά και τη συναισθηματική σιγουριά που του είναι απαραίτητες προκειμένου να νιώσει εμπιστοσύνη. Οι γονείς που ως παιδιά δεν έζησαν σε ένα τέτοιο κλίμα είναι και οι ίδιοι στερημένοι και σε όλη τους τη ζωή θα συνεχίζουν ν’ αναζητούν εκείνο που δεν μπόρεσαν να τους δώσουν οι δικοί τους γονείς τότε που έπρεπε – την παρουσία ενός ατόμου που θα τους καταλάβαινε, θα τους κατανοούσε και θα τους έπαιρνε στα σοβαρά.

Βεβαίως, η αναζήτηση αυτή δεν μπορεί ποτέ να στεφθεί με απόλυτη επιτυχία γιατί συνδέεται με μια κατάσταση που ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν και, πιο συγκεκριμένα, με την εποχή αμέσως μετά τη γέννηση και με τα πρώτα χρόνια της παιδικής ηλικίας. Αυτή η ανικανοποίητη και ασυνείδητη (επειδή είναι απωθημένη) ανάγκη μπορεί να εξαναγκάσει ένα άτομο να επιδιώξει την ικανοποίησή της με υποκατάστατους τρόπους εφόσον αγνοεί την απωθημένη ιστορία της ζωής του. Για κάθε γονέα, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος ικανοποίησης μέσω της υποκατάστασης είναι τα ίδια του τα παιδιά. Το νεογέννητο ή το μικρό παιδί εξαρτάται απόλυτα από τους γονείς του και, εφόσον η φροντίδα τους είναι ουσιαστική για την επιβίωσή του, θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην τους χάσει. Από την πρώτη κιόλας μέρα θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που διαθέτει για να το καταφέρει, όπως κάνει ένα μικρό φυτό που στρέφεται προς τον ήλιο για να επιβιώσει.

Απόσπασμα από το βιβλίο «Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας» της ψυχαναλύτριας Alice Miller

Μονογαμία vs Πολυγαμία!

polygamy.jpg

Υπάρχουν ζευγάρια που δείχνουν να συμφωνούν με την πολυγαμία ως αμοιβαία στάση σεξουαλικής ζωής.

Η αλήθεια είναι ότι εν τέλει η μονογαμία είναι μάλλον επιλογή, και έρχεται κάποια στιγμή για να πλαισιώσει δυαδικά (για διάφορους ίσως λόγους) την κατά τ’άλλα αχαλίνωτη και περιπετειώδη φύση των ενστίκτων και της σεξουαλικότητάς μας..!

Πλαισιωμένος απ’ τον ψυχοθεραπευτικό μου ρόλο, προσπαθώ να είμαι πάντα ανοιχτός με τις επιλογές των ενήλικων ανθρώπων, να μη κρίνω οτιδήποτε παρά μόνο να το κατανοώ, να το συνδέω, να το ερμηνεύω… Ωστόσο, προτείνω ανοιχτά στα ζευγάρια αυτά να συζητούν συχνά για αυτή την επιλογή τους, να επικοινωνούν πάντα με ειλικρίνεια, και να διαχειρίζονται τα όποια θέματα και το όποιο αμοιβαίο ψυχολογικό κόστος (π.χ. έντονη ζήλεια) μπορεί να προκύψει από την επιλογή της πολυγαμίας εντός της σχέσης τους.

Είμαστε σίγουρα ελεύθεροι να διεκδικούμε και να κατέχουμε πολλά σ’αυτή τη ζωή, …όχι όμως τα πάντα..!

Βαλάντης Χουτοχρήστος – Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής Ενηλίκων

Στρες Καλοκαιρινών Διακοπών: 7 Συμβουλές

AABy036.jpeg

Πρωτίστως, όταν ακούμε την λέξη «διακοπές» φαντασιωνόμαστε στιγμές ηρεμίας, ξεκούρασης και χαλάρωσης… Ωστόσο, οι διακοπές είναι ικανές να παράγουν πολύ έντονο stress επειδή απλά αποτελούν μια περίοδο αλλαγής. Και κάθε αλλαγή αγχώνει..! Ακολουθούν εδώ 7 πρακτικές συμβουλές που μπορεί να σας βοηθήσουν να αντιμετωπίσετε το στρες των καλοκαιρινών σας διακοπών.

1. Μην ανησυχείτε εάν δεν μπορείτε να χαλαρώσετε αμέσως! Οι καλοκαιρινές διακοπές (όπως όλες οι «διακοπές») απαιτούν την ύπαρξη ενός μεταβατικού σταδίου για να καταφέρετε να αποφορτιστείτε και να αρχίσετε να ξεκουράζεστε.

2. Οργανώστε καλά τα οικονομικά σας! Βάλτε προτεραιότητες στα έξοδά σας. Οι διακοπές είναι σίγουρα συνυφασμένες με ξεγνοιασιά, αλλά μια καλή οργάνωση των εξόδων σας για τις μέρες αυτές θα σας προστατεύσει από απροσδόκητα άγχη!

3. Οργανώστε κατάλληλα τον χρόνο σας! Εάν η εργασία σας απαιτεί  υποχρεώσεις ή επικοινωνία κατά την διάρκεια των διακοπών σας (π.χ. τηλεφωνήματα ή skype), τότε προσπαθήστε να καθορίσετε κάποια συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα που θα μπορείτε να εργάζεστε ή να επικοινωνείτε άνετα με τους συνεργάτες σας.

4. Μην «αρνείστε» σκέψεις που αφορούν την εργασία ή άλλες υποχρεώσεις σας, σαν να μην υπάρχουν! Είναι απόλυτα φυσιολογικό να έρχονται στο νου σας ανά διαστήματα. Προσπαθήστε, ωστόσο, όσο μπορείτε να τις καταστείλετε κάπως (να τις «βάλετε στην άκρη»), αποδεχόμενοι ότι αυτός ο χρόνος είναι πολύτιμος για να ξεκουραστείτε και να «γεμίσετε τις μπαταρίες»!

5. Βρείτε χρόνο αποκλειστικά για τον εαυτό σας! Συμφωνήστε με τον/την σύντροφο ή τους φίλους σας κάποιες ώρες που θα μπορέσετε να χαλαρώσετε μόνοι σας. Είναι πολύ πιθανό να το έχετε ιδιαίτερη ανάγκη! Σε περίπτωση που υπάρχουν παιδιά, καλό θα είναι να υπάρξει εκ των προτέρων ένα οριοθετημένο μοίρασμα χρόνου, ευθυνών και αρμοδιοτήτων.

6. Μην υπολογίζετε διαρκώς πόσος χρόνος διακοπών απομένει! Η διαδικασία αυτή θα σας στρεσάρει αρκετά, και δε θα σας επιτρέψει να χαλαρώσετε ζώντας τις στιγμές στο εδώ και τώρα!

7. Εάν τα οικονομικά σας δεν σας επιτρέπουν να αποχωρήσετε για πολύ καιρό (ή και καθόλου) από την πόλη, τότε προσπαθήστε να ξεκουραστείτε και να ανακαλύψετε κάποιες εναλλακτικές και οικονομικότερες διεξόδους για να γεμίσετε ευχάριστα τον χρόνο των διακοπών σας (βόλτες στην πόλη, μονοήμερες εκδρομές κ.α.).

Καλή ξεκούραση!

Βαλάντης Χουτοχρήστος – Ψυχολόγος (Απόφοιτος Παντείου), Ψυχοδυναμικός Ψυχοθεραπευτής, Επιστημονικός Υπεύθυνος PsychoTherapy Lab

📞 (+30) 212 1015339

📱 (+30) 697 0040938

Φεύγω πριν φύγεις, εγκαταλείπω πριν εγκαταλείψεις..!

leave6.jpg

«Φεύγω πριν φύγεις, εγκαταλείπω πριν εγκαταλείψεις..!»

Φαίνεται πως ο (ασυνείδητος) αμυντικός μηχανισμός της «ταύτισης με τον επιτιθέμενο (ή αλλιώς θύτη)» κατέχει συχνά πρωταγωνιστικό ρόλο σε επαναλαμβανόμενες καταστάσεις απόρριψης, εγκατάλειψης ή κακοποίησης στις διαπροσωπικές μας σχέσεις.

Ταυτιζόμενος αμυντικά με τον θύτη μου, – εκείνον τον θύτη του «εκεί και τότε», τότε αυτόν τον αισθάνομαι «καλύτερο» μέσα μου, τον υποφέρω ευκολότερα, τον δικαιολογώ, τον κατέχω μέσα μου αγαθότερο, τον χρειάζομαι έτσι μέσα μου… Και ελπίζω ακόμα… Και γίνομαι σαν και αυτόν… Σαν να το αξίζει, σαν να το αξίζω…! Αμύνομαι..!

Ωστόσο, ο ασυνείδητος και απωθημένος θυμός για το πρωταρχικό αντικείμενο μετατρέπεται (όσο παραμένει α-συνείδητος) σε οργή, μίσος, φθόνο… Και τότε η εκδίκηση αναζητά μανιωδώς να υπογράφει σχέσεις επόμενες, σχέσεις ίσως αθώες…! Φόβοι που πάλι επαληθεύονται, προφητείες που πάλι εκπληρώνονται..! Δεν μου αξίζει κανένας, δεν αξίζει κανένας…

Κάτι, που κάποτε μας πλήγωσε και μας πόνεσε πολύ, αναζητά τώρα πια την ενήλικη προσοχή μας..! Ό,τι τραυματίζει, επαναλαμβάνεται…! Για κάποιο λόγο ιδιαίτερο (…).

Η συγχώρεση ίσως αργήσει… Μέχρι τότε..;

Βαλάντης Χουτοχρήστος – Ψυχολογος, Ψυχοθεραπευτής

«Ψυχαναλυτική Προσέγγιση της Οικογένειας» (απόσπασμα)

familypic.jpg

Η βασική έννοια του κύκλου ζωής της οικογένειας συνίσταται στο ότι αυτή περνά από ένα αριθμό αναπτυξιακών σταδίων, καθένα από τα οποία απαιτεί αλλαγές στην οργάνωση της. Η οικογένεια συνιστά ένα ανοιχτό ψυχοβιολογικοκοινωνικό σύστημα που βρίσκεται σε μια διαρκή προσπάθεια διατήρησης της ισορροπίας του, μέσα σε από μια διαδικασία συνεχούς αλλαγής. Θα πρέπει, λοιπόν, να εκτιμηθεί κατά πόσον ο τρόπος λειτουργίας της οικογένειας αντιστοιχεί στην αναπτυξιακή φάση στην οποία αυτή βρίσκεται. Ανάλογα με την φάση του κύκλου ζωής, τα μέλη θα πρέπει να επιστρατεύουν διαφορετικούς μηχανισμούς προσαρμογής. Άλλες φορές θα πρέπει να έρχονται σε μεγάλο βαθμό εγγύτητας που μπορεί να είναι στα όρια της «συγχώνευσης» ή «διάχυσης» ( fusion), ενώ άλλες θα πρέπει να απομακρύνονται και να θέτουν αυστηρά τα όρια υπέρ της αυτονομίας και της ιδιωτικότητάς τους.

Κατά την γέννηση ενός παιδιού, για παράδειγμα, αναπτύσσεται μια σχέση έντονης εγγύτητας μεταξύ μητέρας και βρέφους. Η συμβιωτική αυτή σχέση επιτρέπει στους δύο να δημιουργήσουν ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο το βρέφος θα αναπτύξει τον «πραγματικό» του εαυτό. Παράλληλα, ο πατέρας θα πρέπει να στηρίξει την μητέρα , που με την σειρά της θα μπορέσει να προσφέρει ένα πρόσφορο περιβάλλον στο βρέφος της. Μητέρα και βρέφος λειτουργούν ως δυο ομόκεντροι κύκλοι, με την μητέρα να απομακρύνεται από τον πατέρα για να μπορέσει να αφοσιωθεί στο βρέφος της.

Η δυναμική αυτή θα πρέπει σύντομα ν΄αλλάξει, γιατί το βρέφος αναπτύσσεται και η μητέρα οφείλει να απομακρυνθεί από κοντά του , αφήνοντας του ένα πεδίο για να αυτονομηθεί αλλά και για να επανακτήσει η ίδια τα δικά της ενδιαφέροντα και να αφοσιωθεί εκ νέου στην σχέση της με τον σύντροφο της. Εάν, παρόλα αυτά, παραμείνει στην αρχική δυναμική που ανέπτυξε με το βρέφος, τότε αυτό που ήταν λειτουργικό θα μετατραπεί σε μείζονα δυσλειτουργία. Θα μετατραπεί σε μια οικογένεια όπου τα μέλη της έχουν πολύ χαμηλό βαθμό αυτονομίας, δεν αποφασίζουν για τον εαυτό τους, δεν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες αν δεν συμφωνήσουν όλοι, αισθάνονται εύκολα ενοχές εάν κάνουν κάτι με το οποίο οι υπόλοιποι δεν συμφωνούν, αισθάνονται την υποχρέωση να αποδέχονται τους όρους των σχέσεων των άλλων μελών, ενώ ταυτόχρονα θυμώνουν με αυτή τους την στάση.

Όταν η οικογένεια αδυνατεί να περάσει και να ολοκληρώσει έναν ή περισσότερους κύκλους ζωής της, τότε σημαίνει ότι αδυνατεί να αφομοιώσει την ψυχική οδύνη που προκαλούν οι περίοδοι αυτοί στα μέλη της (ανάγκη έντονης εγγύτητας των νεαρών μελών ή σύγκρουσης και αποχωρισμού των μεγαλύτερων). Τότε η οικογένεια αδυνατεί να διεργαστεί τα συναισθήματα αυτά, αποφεύγει την είσοδο και ολοκλήρωση του κύκλου ζωής της, και καθηλώνεται σε δυσλειτουργικά πρότυπα συναλλαγών. Ο κύκλος ζωής της οικογένειας συνιστά το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελούνται αυτές οι διεργασίες. Ο τρόπος, λοιπόν, που κάθε οικογένεια διαχειρίζεται αυτές τις «φυσιολογικές» κρίσεις είναι ενδεικτικός του βαθμού προσαρμοστικότητας της.

«Ψυχαναλυτική προσέγγιση της οικογένειας» (απόσπασμα)

της Αναστασία Τσαμπαρλή, Κλινικής Ψυχολόγου-Ψυχαναλύτριας

Ο Έριχ Φρομ μας μαθαίνει να αγαπάμε!

love 3

(απόσπασμα από το βιβλίο «Η Τέχνη της Αγάπης», του Erich Fromm)

Η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή. Αν θέλουμε να μάθουμε πως ν’ αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο που προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μια οποιαδήποτε άλλη τέχνη, π.χ. μουσική, ζωγραφική, ξυλουργική ή την επιστήμη της ιατρικής και της μηχανικής.

Ποια είναι τα απαραίτητα στάδια στην εκμάθηση μιας οποιασδήποτε τέχνης;

Η διαδικασία της εκμάθησης μιας τέχνης μπορεί απλά να διαιρεθεί σε δυο μέρη: Το πρώτο είναι η εκμάθηση της θεωρίας και το δεύτερο η εκμάθηση της πρακτικής. Ένας τρίτος παράγοντας είναι η υπέρτατη σημασία που δίνουμε στην τέχνη αυτή. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Γιατί οι άνθρωποι του πολιτισμού μας προσπαθούν τόσο σπάνια να μάθουν την τέχνη της αγάπης στο πείσμα των ολοφάνερων αποτυχιών τους; Παρόλο που η λαχτάρα γι’ αγάπη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη σχεδόν όλα τ’ άλλα φαίνονται να είναι πιο σημαντικά από την αγάπη: επιτυχία, γόητρο, χρήματα, δύναμη;

Η αγάπη είναι ενεργητική δύναμη μέσα στον άνθρωπο. Είναι μια δύναμη που γκρεμίζει τους τοίχους που χωρίζουν τον άνθρωπο από το συνάνθρωπο και τον ενώνει με τους άλλους. Η αγάπη του δίνει τη δύναμη να ξεπεράσει το συναίσθημα της απομόνωσης και του χωρισμού, κι ωστόσο του επιτρέπει να είναι ο εαυτός του, να διατηρεί την ακεραιότητά του.

Αν πούμε πως η αγάπη είναι μια δραστηριότητα, θα αντιμετωπίσουμε μια δυσκολία που πηγάζει από τη διφορούμενη σημασία του όρου «δραστηριότητα». Με τον όρο αυτό, στη σύγχρονη σημασία του, εννοούμε μια δράση που φέρνει κάποια μετατροπή σε μια υπάρχουσα κατάσταση με μέσο την κατανάλωση ενέργειας. Ώστε ένας άνθρωπος θεωρείται δραστήριος, αν κάνει επιχειρήσεις, αν σπουδάζει ιατρική, αν δουλεύει στο αυτόματο εργοστάσιο, αν φτιάχνει τραπέζια ή ασχολείται με τον αθλητισμό. Κοινό χαρακτηριστικό σ’ όλες αυτές τις δραστηριότητες είναι ότι κατευθύνονται προς την επίτευξη ενός εξωτερικού στόχου. Εκείνο που δε λαμβάνεται υπόψη είναι το εσωτερικό κίνητρο της δραστηριότητας. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον άνθρωπο που αγκιστρώνεται στην αδιάκοπη εργασία από ένα συναίσθημα βαθιάς ανασφάλειας, αβεβαιότητας και μοναξιάς. Ή κάποιον άλλο που σπρώχνεται από τη φιλοδοξία ή την απληστία για χρήματα. Σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις, το άτομο είναι σκλάβος ενός πάθους και η ενεργητικότητά του είναι στην πραγματικότητα “παθητικότητα” γιατί σύρεται σ’ αυτήν. Δεν είναι ο ενεργών, αλλά ο πάσχων.

Η αγάπη είναι δράση, είναι άσκηση της ανθρώπινης δύναμης που μπορεί να εκδηλωθεί μόνο ελεύθερα και ποτέ σαν αποτέλεσμα καταναγκασμού.

Η αγάπη είναι δράση και όχι παθητικό αίσθημα.

Με τον πιο ευγενικό τρόπο, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης μπορεί να καθοριστεί αν πούμε ότι αγάπη πρωταρχικά σημαίνει δόσιμο και όχι απολαβή.

Τι σημαίνει όμως δόσιμο; Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές.

Η πιο διαδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι. Το άτομο που ο χαρακτήρας του δεν εξελίχθηκε πέρα από το στάδιο του προσανατολισμού προς την απολαβή, την εκμετάλλευση, την αποθησαύριση, νιώθει το δόσιμο μόνο μ’ αυτό τον τρόπο.

Ο εμπορικός αυτός χαρακτήρας είναι πρόθυμος να δώσει αλλά μόνο σαν αντάλλαγμα γι’ αυτό που θα λάβει. Το να δώσει χωρίς να λάβει, σημαίνει γι’ αυτόν ότι απατήθηκε.

Άλλοι δίνουν το νόημα της θυσίας στο δόσιμο και το ονομάζουν αρετή. Νιώθουν ότι ακριβώς επειδή είναι οδυνηρό να δίνεις, οφείλεις να δίνεις. Η αρετή του να δίνεις βρίσκεται γι’ αυτούς ακριβώς στο γεγονός της αποδοχής της θυσίας. Γι’ αυτούς, η αρχή ότι είναι προτιμότερο να δίνεις παρά να παίρνεις, σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να υποφέρεις τη στέρηση παρά να νιώθεις χαρά.

Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία. Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού. Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου.

Τι δίνει αλήθειας ένας άνθρωπος στο συνάνθρωπό του;

Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’ όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του. Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά. Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ’ αυτόν.

Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορείς παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται.

Δε χρειάζεται ίσως να τονίσουμε ιδιαίτερα το ότι η ικανότητα να αγαπάς σαν μια πράξη προσφοράς εξαρτιέται από την ανάπτυξη του χαρακτήρα ενός ατόμου.

Προϋποθέτει να έχει φτάσει κανείς σ’ ένα προσανατολισμό, σε μια αντίληψη ζωής ξεκάθαρα δημιουργική. Σ’ αυτή την αντίληψη, το άτομο έχει ξεπεράσει την εξάρτηση, τη ναρκισιστική παντοδυναμία, την επιθυμία να εκμεταλλεύεται άλλους ή να αποθησαυρίζει, κι έχει αποκτήσει σταθερή πίστη στις δικές του ανθρώπινες δυνάμεις, και το θάρρος να στηρίζεται σ’ αυτές τις δυνάμεις για την πραγμάτωση των σκοπών του. Στο βαθμό που αυτές οι ιδιότητες λείπουν, φοβάται να δώσει τον εαυτό του και επομένως ν’ αγαπήσει.

Αλλά πέρα από το στοιχείο της προσφοράς, ο ενεργητικός χαρακτήρας της αγάπης γίνεται φανερός στο ότι πάντα περιέχει ορισμένα βασικά στοιχεία που είναι κοινά σε όλες τις μορφές της αγάπης. Αυτά τα στοιχεία είναι: φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και γνώση.

Ότι η αγάπη περιέχει τη φροντίδα, είναι ολοφάνερο στην αγάπη μιας μητέρας για το παιδί της. Καμία διαβεβαίωση για την αγάπη της δε θα μας φαινόταν ειλικρινής, αν τη βλέπαμε να μη δείχνει φροντίδα για το μωρό, αν παραμελούσε την τροφή του, την καθαριότητά του, τη σωματική του άνεση.

Αγάπη είναι το ενεργητικό ενδιαφέρον για τη ζωή και την ανάπτυξη αυτού που αγαπάμε. Όπου αυτό το ενεργητικό ενδιαφέρον λείπει, δεν υπάρχει αγάπη. Αυτό το στοιχείο της αγάπης περιγράφεται πολύ όμορφα στο βιβλίο του Ιωνά. Ο θεός είπε στον Ιωνά να πάει στη Νινευή για να προειδοποιήσει τους κατοίκους της ότι θα τιμωρηθούν, αν δε διορθώσουν τις κακές τους συνήθειες. Ο Ιωνάς εγκαταλείπει την αποστολή του γιατί φοβήθηκε ότι οι κάτοικοι της Νινευή μπορεί να μετανοήσουν και ο θεός να τους συγχωρήσει.

Αλλά η φροντίδα και το ενδιαφέρον συνοδεύονται και από μία άλλη ιδιότητα της αγάπης: την ευθύνη. Σήμερα η ευθύνη συχνά υποδηλώνει ένα καθήκον, κάτι που επιβάλλεται σ’ ένα άτομο απ’ έξω. Αλλά η ευθύνη στην αληθινή της έννοια, είναι μια ολοκληρωτικά θεληματική, αυτόβουλη πράξη. Είναι η ανταπόκρισή μου στις ανάγκες, φανερές ή κρυφές, ενός άλλου ανθρώπου. Να είσαι υπεύθυνος, σημαίνει να είσαι έτοιμος και ικανός να ανταποκριθείς στην αγάπη ανάμεσα σε ενήλικους αναφέρεται κυρίως στις ψυχικές ανάγκες του άλλου ατόμου.

Η ευθύνη θα μπορούσε εύκολα να ξεπέσει στην κυριαρχία και την κατοχή, αν δεν υπήρχε ένα τρίτο συστατικό της αγάπης, ο σεβασμός. Ο σεβασμός δεν είναι φόβος, ή δέος, αλλά σημαίνει την ικανότητα να βλέπεις ένα άτομο όπως είναι και να έχεις επίγνωση της μοναδικής ατομικότητας. Σεβασμός σημαίνει φροντίδα για να μεγαλώσει και να αναπτυχθεί το άλλο άτομο όπως είναι. Ο σεβασμός λοιπόν προϋποθέτει την απουσία εκμετάλλευσης. Θέλω το πρόσωπο που αγαπώ να αναπτυχθεί και να εξελιχθεί για το δικό του καλό και με το δικό του τρόπο κι όχι με το σκοπό να με υπηρετήσει.

Δεν είναι όμως δυνατό να σέβεσαι ένα άνθρωπο, αν δεν τον γνωρίζεις. Η φροντίδα και η ευθύνη θα ήταν τυφλές, αν δεν τις οδηγούσε το ενδιαφέρον. Υπάρχουν πολλά επίπεδα, πολλά στρώματα γνώσης.

Είναι δυνατή μόνο αν μπορώ να ξεπεράσω το ενδιαφέρον για τον εαυτό μου και να δω το άλλο άτομο με τα δικά του κριτήρια. Μπορώ να καταλάβω π.χ. ότι κάποιος είναι θυμωμένος, ακόμα κι αν δεν το δείχνει φανερά.

Η γνώση έχει ακόμα μια, την πιο θεμελιώδη σχέση με το πρόβλημα της αγάπης. Η βασική ανάγκη για συνένωση μ’ ένα άλλο πρόσωπο, με το σκοπό να ξεφύγει από τη φυλακή της απομόνωσής μας, συνδέεται στενά με μια άλλη ειδικά ανθρώπινη επιθυμία, την επιθυμία να γνωρίσουμε το «μυστικό του ανθρώπου».

Υπάρχει ένας τρόπος απεγνωσμένος και αρρωστημένος για να πιάσουμε το μυστήριο: είναι η πλήρης εξουσία πάνω σ’ ένα άλλο άτομο. Η εξουσία που το αναγκάζει να κάνει ό,τι εμείς θέλουμε, να νιώθει ό,τι εμείς θέλουμε, να σκέφτεται ό,τι εμείς θέλουμε.

Ο άλλος δρόμος για τη γνώση του «μυστηρίου» είναι η αγάπη. Η αγάπη είναι μια ενεργητική διείσδυση στο άλλο πρόσωπο, στην οποία ο πόθος μου για γνώση κατασιγάζει με τη συνένωση. Στην πράξη της συνένωσης σε γνωρίζω, γνωρίζω τον εαυτό μου, γνωρίζω τον καθένα.

Φροντίδα, ευθύνη, σεβασμός και γνώση, είναι αλληλένδετα. Είναι η συνισταμένη των ιδιοτήτων που μπορεί να βρεθεί στο ώριμο άτομο. Στο άτομο δηλαδή που αναπτύσσει τις προσωπικές του δυνάμεις δημιουργικά, που θέλει να έχει μόνο εκείνο για το οποίο μόχθησε, που έχει εγκαταλείψει τα ναρκισσιστικά όνειρα για παντογνωσία και παντοδυναμία, που έχει φτάσει στην ταπεινοσύνη τη βασισμένη στην εσωτερική δύναμη, που μόνο η πηγαία δημιουργική δραστηριότητα μπορεί να δώσει. Η Ζωή ως ηθική τέχνη είναι Αγάπη.

Ψυχοθεραπεία: 12 λόγοι για να το τολμήσεις!

Art-Photography-by-Julie-de-Waroquier-1

Σίγουρα, η απόφαση κάποιου να ξεκινήσει ψυχοθεραπεία έχει απόλυτα εξατομικευμένο χαρακτήρα και οι λόγοι μπορεί να είναι τελικά αρκετά «ιδιαίτεροι» για τον καθένα μας. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιες κρίσιμες καταστάσεις που βοηθούν κάποιον να το σκεφτεί καλύτερα!

Παραθέτω, λοιπόν, εδώ κάποιες από τις ψυχολογικές καταστάσεις που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «δύσκολες», και οι οποίες θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μέσα από τη βοήθεια και την συνεργασία ενός καλού ψυχοθεραπευτή!

  1. Χαμηλή αυτοεκτίμηση, μη αποδοχή εαυτού.
  2. Μαζοχισμός, αυτοκαταστροφή.
  3. Κοινωνική απόσυρση, «κλείσιμο» στον εαυτό.
  4. Άγχος, ανησυχία, ένταση.
  5. Ανηδονία, κατάθλιψη.
  6. Δυσκολίες αποδοχής ματαιώσεων.
  7. Έντονες απώλειες, ημιτελή πένθη.
  8. Δυσκολίες με ζητήματα ορίων.
  9. Έντονες αναστολές, φόβοι.
  10. Ένοχοποιημένος εαυτός.
  11. Αναβλητικότητα, sabotage εαυτού.
  12. Σεξουαλικά θέματα, σεξουαλικό άγχος.

Βαλάντης Χουτοχρήστος – Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής 

Alice Miller: Οι Φυλακές της Παιδικής μας Ηλικίας

alice-miller

(απόσπασμα)

Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη.

Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο αναγκαία, που η άγνοιά της έχει υψηλό κόστος, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί με την μορφή σοβαρών ασθενειών. Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε, ακολουθώντας μια μακροχρόνια διαδικασία, να ανακαλύψουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια, μια αλήθεια που μπορεί να μας προκαλέσει πόνο πριν μας προσφέρει μια νέα αίσθηση ελευθερίας. Αν, αντίθετα, επιλέξουμε να αρκεστούμε σε μια διανοητική γνώση, θα παραμείνουμε στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων και της εξαπάτησης του εαυτού μας.

Δεν μπορούμε να σβήσουμε τις ζημιές που έγιναν μέσα μας κατά την παιδική μας ηλικία, αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε στο παραμικρό το παρελθόν μας. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε και να αναδιοργανώσουμε τον εαυτό μας και έτσι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ενότητα, αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε από πολύ κοντά και να συνειδητοποιήσουμε τη γνώση που έχουμε αποθηκεύσει στο σώμα μας για αυτά που έγιναν στο παρελθόν.

Αυτός ο δρόμος σίγουρα δεν είναι εύκολος, σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας την αόρατη και απάνθρωπη φυλακή της παιδικής μας ηλικίας.

Μόνο έτσι μπορούμε να μετατρέψουμε τον εαυτό μας από το ανίδεο θύμα που ήταν στο παρελθόν σε υπεύθυνο άτομο, που γνωρίζει τη δική του ιστορία και μπορεί να ζήσει μαζί της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δεν θέλουν να γνωρίζουν τίποτα από την προσωπική τους ιστορία και έτσι δεν συνειδητοποιούν ότι, στην ουσία, η ιστορία τους τους καθορίζει συνεχώς στο παρόν. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στην απωθημένη και ανεπίλυτη κατάσταση που παγιώθηκε στην παιδική τους ηλικία. Δεν συνειδητοποιούν ότι φοβούνται και αποφεύγουν κινδύνους οι οποίοι, παρ’ όλο που κάποτε ήταν πραγματικοί, εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει να είναι. Καθοδηγούνται από ασυνείδητες αναμνήσεις και απωθημένα συναισθήματα και ανάγκες, τα οποία, όσο παραμένουν ασυνείδητα και αξεδιάλυτα, συχνά καθορίζουν, με σχεδόν διαστροφικό τρόπο, καθετί που κάνουν ή δεν κάνουν…

Αρέσει σε %d bloggers: