Η ψυχολογική βία στο ζευγάρι. Ποιες μορφές παίρνει, και ποιος ο ρόλος θύτη και θύματος;

psyxologiki-via-zeugari-morfes-pairnei-rolos-thiti-thimatos-750x400

Η βία ορίζεται ως, οποιαδήποτε πράξη, κακομεταχείρισης αλλά και παραμέλησης. Οποιαδήποτε πράξη η οποία έχει ως στόχο να έχει υπό έλεγχο και να διατηρήσει κυριαρχία πάνω σε κάποιο άλλο άτομο. Μια συμπεριφορά η οποία μπορεί να προκαλέσει ψυχολογική ή σωματική βλάβη σε κάποιον. Η κατάργηση κάθε ανθρώπινου δικαιώματος θεωρείται πράξη βίας, όπως επίσης η παραβίαση και η προσβολή των σωματικών και ψυχολογικών ορίων ενός ανθρώπου. Βασικές μορφές βίας είναι οι εξής: Ψυχολογική/συναισθηματική, λεκτική, οικονομική, σωματική και σεξουαλική κακοποίηση. Σ’ αυτό το άρθρο θα ασχοληθούμε με τις 2 πρώτες και κάποιες βασικές υποκατηγορίες αυτών.

Στην Ψυχολογική/Συναισθηματική Κακοποίηση, έχουμε πράξεις οι οποίες περιέχουν εκφοβισμό, εσκεμμένη συστηματική απόρριψη, άρνηση συναισθηματικής ανταπόκρισης, υποτίμηση του άλλου και παραμέληση με απώτερο στόχο τον απόλυτο έλεγχο και τη διατήρηση αυτού. Ας δούμε αναλυτικότερα κάποιες υποκατηγορίες:

– Η τάση του θύτη να απομονώνει το θύμα. Όσο μικρότερο κοινωνικό κύκλο έχει το θύμα, τόσο πιο δύσκολο είναι να ζητήσει βοήθεια. Αυτό εφαρμόζεται με τον έντονο έλεγχο του συντρόφου, συχνά τηλεφωνήματα για τη θέση του, το πόσες ώρες απουσιάζει από το σπίτι κτλ. Μ’ αυτόν τον τρόπο ο σύντροφος θύμα, μειώνει όλο και περισσότερο τις κοινωνικές του επαφές, με σκοπό να ικανοποιεί το θύτη και να αποφύγει κάποιο πιθανό ξέσπασμα θυμού ή σύγκρουσης.

– Η επίδειξη ισχύος του θύτη. Αυτό επιτυγχάνεται είτε με κάποια μορφή απειλής (π.χ θα εκθέσω στον κόσμο κάποιες προσωπικές σεξουαλικές σου στιγμές) ή με κάποια μορφή εκφοβισμού (π.χ σπάσιμο ενός επίπλου) κατά τη διάρκεια μιας διαμάχης.

– Η έλλειψη ενδιαφέροντος του θύτη. Σ’ αυτό το σημείο ο θύτης δείχνει παντελή αδιαφορία για το σύντροφό του, με τη μη κάλυψη βασικών αναγκών. Συχνές καταστάσεις είναι η μη ανταπόδοση σωματικής επαφής (π.χ σε μια αγκαλιά) ή η μη ανταπόκριση στη λεκτική επικοινωνία. Ο θύτης μένει αμέτοχος και αδιάφορος στην προσπάθειας συζήτησης που εκκινεί ο/η σύντροφος, αφήνοντας έτσι τον/την σε μια κατάσταση άγχους, θλίψης και φόβου ως προς το που μπορεί να οδηγήσει αυτή η σιωπή.

Στη Λεκτική Κακοποίηση, έχουμε τη χρήση λέξεων με τρόπο έτσι ώστε αυτές να επιφέρουν κάποιου είδους ψυχολογικό τραύμα πάνω στο θύμα, με απώτερο στόχο τη διατήρηση κυριαρχίας πάνω του.

– Το Αστείο ως Δούρειος Ίππος. Η χρήση αστείων με σκοπό την έμμεση περιφρόνηση του συντρόφου, είναι μια τεχνική που χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στην αρχή μια κακοποιητικής σχέσης. Αυτό γίνεται κυρίως γιατί μετά από κάποια αντίδραση του θύματος, ο θύτης σύντροφος μπορεί να αναφέρει πως αυτό ήταν μόνο μια πλάκα, ενώ στην πραγματικότητα καλλιεργεί το έδαφος για πιο άμεσες μορφές κακοποίησης.

– Η τάση του θύτη να υποτιμά το θύμα. Η υποτίμηση μπορεί να αναφέρεται σε διάφορα επίπεδα της ζωής του θύματος, όπως οι διανοητικές ικανότητες, η ικανότητα του θύματος στην ερωτική επαφή, στο ρόλο ως μητέρα κτλ. Σ’ αυτό το σημείο ο σύντροφος θύμα, έχει ήδη ξεκινήσει να έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση, συναισθήματα ντροπής, άγχους και μελαγχολίας.

– Η τάση του θύτη για ταπείνωση. Είναι πολύ συχνό μετά από το στάδιο της υποτίμησης, ο θύτης να περάσει σε ένα σκληρότερο επίπεδο. Σ’ αυτό το στάδιο της ταπείνωσης και της απόλυτης περιφρόνησης, υπάρχει μεγαλύτερη αμεσότητα και το ψυχικό αντίκτυπο στο σύντροφο θύμα είναι πολύ πιο έντονο, με τη σταδιακή δημιουργία ψυχολογικού τραύματος.

πινακαςΠηγή: Women’s Traditional Living Center

Στην παρακάτω εικόνα βλέπουμε τον κύκλο της βίας:

κυκλος-βιας

Όσο αυξάνονται οι επαναλήψεις του κύκλου, τόσο μειώνεται το χρονικό διάστημα μεταξύ των σταδίων και τόσο πιο έντονες είναι και οι συγκρούσεις. Όσο μεγαλώνει η ένταση των κύκλων, το στάδιο της Ρομαντικής Περιόδου, τείνει να μειώνεται μέχρι την τελική εξάλειψη του.

Τέτοιες πράξεις μπορούν να φέρουν το θύμα σε μεγάλη νοητική και συναισθηματική σύγχυση. Όσο περισσότερο συνεχίζεται μια τέτοια συμπεριφορά, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες το θύμα να ξεκινήσει να παρουσιάζει χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση, έλλειψη αίσθησης ελέγχου πάνω στη ζωή του, ενοχές, καθώς και επίσης και προβλήματα όπως κρίσεις άγχους/πανικού, κατάθλιψη κ.α.

Πηγή: Εναλλακτική Δράση

Γράφει ο Κωνσταντίνος Θειόπουλος.

«Ζώντας με Κατάθλιψη» (βίντεο)

«Η κατάθλιψη είναι σαν μια μαυροντυμένη γυναίκα. Αν βρεθεί στον δρόμο σας, μην τη διώξετε. Προσκαλέστε τη μέσα, προσφέρετέ της μια θέση, συμπεριφερθείτε της όπως στους φιλοξενούμενούς σας και ακούστε αυτά που έχει να σας πει.» – Carl Jung 

Δείτε το βίντεο:

Ο παράφορος έρωτας του Ανδρέα Εμπειρίκου με την ψυχαναλυόμενή του

Μ. Χατζηλαζάρου3

Όταν ο Ανδρέας γνώρισε τη Μάτση, ο δυτικός πολιτισμός και μαζί του ολόκληρος σχεδόν ο κόσμος έμπαινε σ’ ένα σκοτεινό τούνελ απ’ όπου δεν επρόκειτο να βγει πριν περάσουν πολλά χρόνια και οπωσδήποτε δεν επρόκειτο να βγει χωρίς πληγές και στίγματα, που ως σήμερα ακόμη δεν έχουν ολότελα εξαλειφθεί. Στην πραγματικότητα, όπως πολύ σωστά και έγκαιρα είχαν διαβλέψει μεταξύ άλλων και οι νεαροί ντανταϊστές, αυτή η διαδικασία συσκότισης και φρίκης είχε ξεκινήσει πολύ νωρίτερα, ήδη από τα χρόνια του πρώτου μεγάλου πολέμου, και αν το μέγεθος και η διάρκεια του κακού δεν έγιναν αμέσως αντιληπτά απ’ όλους, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ταυτόχρονα εμφανίστηκαν και διαδόθηκαν και οι πιο ριζοσπαστικές ιδέες και η ελπίδα, που παραδόξως φαινόταν βάσιμη τότε για τη δημιουργία ενός νέου, καλύτερου κόσμου.

Σε αυτήν ακριβώς την προοπτική πρέπει να διαβαστούν και τα λόγια που έγραψε ο Ανδρέας Εμπειρίκος εκείνη την εποχή, όταν ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος: «… δεν είναι δυνατόν, ο πόλεμος του 1939 να μην αφύπνισε τους ανθρώπους, όπως ξυπνά η μάστιγα το αίμα, διότι δεν είναι δυνατόν, ο πόλεμος αυτός να μην ανοίξη νέους δρόμους, δρόμους που να οδηγούν σε ριζική, σε ουσιαστική αναθεώρησι όλων των αξιών και όλων των πραγμάτων. Και κανείς δεν θέλει σήμερα να είναι αυτή η αναθεώρησις απλή αλλαγή ιδιοκτήτου, μα νέος κόσμος, με νέαν αντίληψι και νέα προσαρμογή – με μία λέξι, μια νέα πραγματικότης, όχι μονάχα υλική μα και ηθική.»

Γεννημένος με το ξεκίνημα του 20ου αιώνα, το 1901, στην Μπραΐλα της Ρουμανίας από Έλληνα πατέρα και μητέρα κατά το ήμισυ Ρωσίδα, ο Ανδρέας Εμπειρίκος θα περάσει ευτυχισμένα παιδικά χρόνια στη Σύρο και την Αθήνα, όπου θα εγκατασταθεί τελικά η οικογένεια, και ακόμη πιο ευτυχισμένα καλοκαίρια στα κτήματα των θείων του στη Ρωσία. Η κήρυξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα απαγορεύσει οριστικά αυτά τα ταξίδια, την ευδαιμονία των οποίων ως το τέλος της ζωής του θα νοσταλγεί ο Ανδρέας Εμπειρίκος, και συγχρόνως θα επιφέρει σημαντικές απώλειες στις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του πατέρα του, ενώ το τέλος του πολέμου θα βρει τους δυο γονείς του χωρισμένους. Το γεγονός αυτό θα σημαδέψει ανεξίτηλα τον νεαρό Ανδρέα και θα σημάνει την αρχή μιας μακριάς σειράς διαφωνιών με τον πατέρα του, οι οποίες σε συνδυασμό με τη βαθιά ιδεολογική διάσταση των δύο ανδρών θα κορυφωθούν το 1926 και θα οδηγήσουν τον ποιητή στο μυθικό Παρίσι του μεσοπολέμου (ενώ είχαν ήδη προηγηθεί αποδημίες και προσωρινές εγκαταστάσεις του στη Λοζάννη, τη γαλλική Ριβιέρα και στο Λονδίνο και θα ακολουθούσε πολύ αργότερα μια αποτυχημένη απόπειρα να κάνει τον γύρο του κόσμου).

andreas_embeirikos1-1024x684

Στο Παρίσι είναι που ο Εμπειρίκος θα ανακαλύψει πια και θα διανοίξει τον δρόμο που επρόκειτο να ακολουθήσει ως το τέλος της ζωής του. Θα αποφασίσει να ασχοληθεί με την ψυχανάλυση και θα κάνει προσωπική και διδακτική ανάλυση κοντά στον René Laforgue, ιδρυτικό μέλος και πρώτο πρόεδρο της μόλις συσταθείσης τότε Ψυχαναλυτικής Εταιρείας Παρισίων. Λίγο αργότερα θα γνωριστεί με τον επίσης ψυχαναλυτή Fra-Whiteman, φίλο του Ανδρέα Μπρετόν, ο οποίος είχε και την πρωτοβουλία να φέρει σε επαφή τον νεαρό έλληνα ποιητή με την πάντοτε δραστήρια και ανήσυχη ομάδα των υπερρεαλιστών, με τους οποίους από τότε και ως το 1931, που θα επιστρέψει οριστικά στην Ελλάδα, θα συναντιέται καθημερινά στα θρυλικά καφέ της Place Blanche και θα συζητούν με πάθος και διαύγεια για την πλήρη απελευθέρωση του ανθρώπου και της κοινωνίας.

Στην Ελλάδα πια θα αποπειραθεί να υλοποιήσει την κατεύθυνση της ψυχαναλυτικής του θεραπείας και να συμφιλιωθεί με τον πατέρα του, εργαζόμενος σε μια από τις επιχειρήσεις του. Ανεπιτυχώς όμως, αφού, όταν αργότερα θα ξεσπάσουν απεργίες, θα παραιτηθεί από τη διευθυντική του θέση για να μη φανεί ασυνεπής στις μαρξιστικές του ιδέες. Ελεύθερος πλέον από κάθε υλική και ηθική δέσμευση θα κάνει το μεγάλο διπλό βήμα και θα εισαγάγει στην «επαρχιακή» Ελλάδα την ψυχανάλυση, ασκώντας και βιοποριζόμενος στο εξής από το επάγγελμα του ψυχαναλυτή, και τον υπερρεαλισμό, εκδίδοντας το 1935 το πρώτο ελληνικό υπερρεαλιστικό βιβλίο, την Υψικάμινο και δίνοντας την περίφημη διάλεξή του «Περί Συρρεαλισμού» μπροστά σε μερικούς βλοσυρούς αστούς που άκουγαν, φανερά ενοχλημένοι, ότι εκτός από τον Κονδύλη και τον Τσαλδάρη υπήρχαν και άλλοι ενδιαφέροντες άνθρωποι στον κόσμο, που τους έλεγαν Φρόυντ ή Μπρετόν, όπως αφηγείται ο αυτήκοος κι αυτόπτης Οδυσσέας Ελύτης.

Με την ιδιότητα του ψυχαναλυτή είναι που θα τον πρωτογνωρίσει, γύρω στα 1938, και η Μάτση Χατζηλαζάρου και θα καταφύγει σε αυτόν ως ψυχαναλυόμενη αρχικά, για να καταλήξουν στη συνέχεια, και κόντρα σε κάθε ψυχαναλυτική δεοντολογία, ερωτευμένοι και παντρεμένοι.

epmeirikos-xatzilazarou_eros1

Η Μάτση (Μαρία Λουκία) Χατζηλαζάρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1914, δύο χρόνια μετά την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους.

Ο πατέρας της ήταν πλούσιος έμπορος της πόλης, ενώ ο παππούς της ήταν ο Περικλής Χατζηλαζάρου, πρόξενος τότε των ΗΠΑ, και γνωστός από τη συμμετοχή του στα γεγονότα του Μαΐου του 1876 στη Θεσσαλονίκη, όπου υπερασπίστηκε τους Έλληνες απέναντι στην τουρκική βαρβαρότητα. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου η οικογένεια της Μάτσης με την ίδια μωρό κατέφυγε αρχικά στη Νότιο Γαλλία και στη συνέχεια στη Ρώμη, απ’ όπου επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη το 1919 και ένα χρόνο αργότερα στην Αθήνα. Παρόλο που η οικογένειά της αντιμετώπιζε ήδη οικονομικά προβλήματα, η Μάτση Χατζηλαζάρου, όπως μας πληροφορεί η Άντεια Φραντζή από την οποία προέρχονται και οι περισσότερες βιογραφικές πληροφορίες που δίνονται εδώ, σύμφωνα με αρκετά διαδεδομένη συνήθεια της εποχής και της τάξης της, εκπαιδεύτηκε “κατ’ οίκον”. Για τους γονείς της όμως ήταν κιόλας αργά· εξαρτημένοι από τη μορφίνη θα οδηγηθούν ταχύτατα σε οικονομική χρεοκοπία και στον θάνατο, που θα έρθει μέσα σε διάστημα έξι μηνών και για τους δύο, το 1934.

Ο έρωτας με τον ψυχαναλυτή

Η Μάτση είχε ήδη παντρευτεί το 1931, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά χρονών, τον βαυαρικής καταγωγής Καρλ Σούρμαν και εργάζεται σε κατάστημα της Αθήνας. Το 1936 χωρίζει για να ξαναπαντρευτεί το 1937 τον Σπύρο Τσαούση, γεωπόνο και αρχιτέκτονα κήπων. Την επόμενη κιόλας χρονιά διαλύεται και αυτός ο γάμος και η Μάτση Χατζηλαζάρου, με βαθιά τραύματα από τους δύο αποτυχημένους γάμους και από την κατάρρευση και τον θάνατο των γονιών της, καταφεύγει για βοήθεια στον ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκο, για να καταλήξει πολύ γρήγορα να τον αγαπήσει απελπισμένα και να αγαπηθεί παράφορα από αυτόν. Μια ιδέα για τη μορφή των δύο ερωτευμένων ποιητών μπορούμε να πάρουμε από τις περιγραφές τους που μας έχουν χαρίσει ο Κωστής Μπαστιάς για τον Ανδρέα και ο Μάνος Χατζιδάκις για τη Μάτση. Ο Εμπειρίκος πρώτα, όπως ήταν το 1936: « Ο κ. Ανδρέας Εμπειρίκος είναι ένας νέος τριάντα πέντε χρόνων, μετρίου αναστήματος, με ένα μαύρο υπογένειο, λεπτός και μάλλον ωχρός. Θυμίζει πολύ τύπους Ρώσων επαναστατών ή αναρχικών που εζούσαν εις το εξωτερικόν διωγμένοι από την πατρίδα τους. Μιλά σιγά και είναι εξαιρετικά λεπτός εις τους τρόπους του. Τα μάτια του είναι μεγάλα και όταν εκθέτη τα θεωρητικά ερείσματα του σουρρεαλισμού παίρνουν μια έκφραση και ζωηρότητα». Και η Μάτση, όπως την αντίκριζε διαχρονικά και ποιητικά ο Μάνος Χατζιδάκις: «Υπήρχε ένα κορίτσι, που ήξευρε καλά και με περίσσια χάρη, ν’ ανατινάζει τα μαλλιά της στο πλάι του άντρα, ν’ αγγίζει το κεφάλι της μ’ εμπιστοσύνη στον ώμο του και να προσέχει με προσήλωση θρησκευτική την «Μοδιστρούλα» και τον «Θανάση Σακαφλιά». Κι ύστερα πάλι ο Κλωντέλ και ο Ρεμπώ με τον Μπορίς Βιαν, καθώς γεννοβολούσε στην κοιλιά της όλα τα μωρά της πλάσης».

Η ψυχαναλυτική δεοντολογία είναι αυστηρά απαγορευτική στην ανάπτυξη φιλικών και πολύ περισσότερων ερωτικών σχέσεων μεταξύ αναλυτή και ασθενούς. Ο Ανδρέας Εμπειρίκος γνώριζε φυσικά και θα τηρούσε τον κανόνα αυτό. Όπως μας πληροφορεί εξάλλου ο Θανάσης Τζαβάρας, σχετικά με την κλινική του πρακτική γνωρίζουμε ότι είχε μία τυπική μορφή σε διάρκεια συνεδρίας και συνήθεις διευθετήσεις αμοιβής και απουσίας, το δε ψυχαναλυτικό πλαίσιο υπήρξε κλασικό. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως ευθύς εξαρχής θα έθεσε στη θεραπευομένη του τα όρια που απαιτούνται για την αποτελεσματικότερη θεραπεία. Ο έρωτας όμως δεν αποδέχεται εύκολα όρια και απαγορεύσεις και, πολύ περισσότερο, ο τρελός και παράφορος έρωτας, στον οποίο ομνύουν και τον οποίο ζούνε και προπαγανδίζουν με φανατισμό οι υπερρεαλιστές, δεν αποδέχεται καθόλου απαγορεύσεις και κανόνες.

eight

Πολύ γρήγορα λοιπόν η σχέση Ανδρέα Εμπειρίκου και Μάτσης Χατζηλαζάρου από επαγγελματική-θεραπευτική μετατράπηκε σε ερωτική-ποιητική. Ιδού πως περιγράφει τη μεταμόρφωση αυτή η ποιητική φαντασία του Εμπειρίκου σε ένα ποίημά του που γράφτηκε τότε ακριβώς, το 1939, και είναι βέβαια αφιερωμένο στη Μάτση: «Είσουν σαν μια σιγή που την διαπερά ο άνεμος. Το τραύμα σου όμως, το είχα επουλώσει και οι λέξεις που λέγαμε, μας πλησιάσανε τόσο, που και η σιγή και το διάκενο των ημερών πριν γνωρισθούμε, χάθηκαν ολοτελώς. Στο γήπεδο της συναντήσεώς μας, που έγινε γήπεδο της αγάπης μας, δεν γειτνιάζουν άλλοι. Είσαι καλή και η καλλονή σου υπερβαίνει τα όρια της πολιτείας, και φθάνει ίσαμε τα κράσπεδα της χθεσινής σου μοναξιάς, που την κατέλυσες εσύ. Ναι, στο γήπεδον αυτό, δεν γειτνιάζουν άλλοι, είμαι κοντά σου εγώ και μένω μεσ’ στις ελπίδες σου, όπως μένεις εσύ μέσα στα βλέφαρά μου, όταν κοιμάμαι. Οι λέξεις των άλλων δεν έχουν σημασία, γιατί χάσαν το ύφος που είχανε πριν γνωρισθούμε, και τα πρόσωπα των άλλων ήρχισαν να μοιάζουν με ξένα πρόσωπα, άγνωστα σε μένα και, ίσως, και σε σένα. Ωστόσο, τι πειράζει. Το κέλυφος του παρελθόντος έσπασε, και βγήκες εσύ, γιομάτη, οριστική και με βελούδο που άφηνε ημίγυμνο το στήθος σου. […]Αγάπη μου, σε αγαπώ, και θάναι το ταξείδι μας, σαν ανοιξιάτικη πομπή των μύρων».

Βρίσκουμε εδώ συγκεντρωμένα μέσα σε λίγες φράσεις όλα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν πάντοτε τους ερωτευμένους (χωρίς ποτέ να παλιώνουνε, όπως δεν παλιώνει το φιλί και η νυχτερινή γαλήνη): την αυτάρκη μοναξιά τους, τη λήθη του παρελθόντος, τη βεβαιότητα του μέλλοντος, την εξιδανίκευση της μορφής και τον ερωτισμό, την ολοκληρωτική κατοχή του ενός από τον άλλο. Βρίσκουμε όμως κυρίως την ποίηση. Γιατί στ’ αλήθεια από δω και πέρα ο έρωτάς τους θα ζήσει αποκλειστικά μέσα στο φως και στο τρυφερό σκοτάδι της ποίησης και η ποίηση και των δύο θα ανθίσει μέσα στην υγρασία και την υψηλή θερμοκρασία του έρωτα. Ο Ανδρέας θα γράψει και θα αφιερώσει στη Μάτση άλλο ένα κείμενό του από την ίδια συλλογή (Γραπτά ή Προσωπική Μυθολογία), το Τόπος τοπείου, καθώς και ολόκληρη την Ενδοχώρα του, παρόλο που εκεί περιέχονται ποιήματα γραμμένα προτού ακόμη τη συναντήσει και παρόλο που τυπώθηκε τελικά το 1945, όταν πια είχαν χωρίσει. Ποιήματα που δοξάζουν τον έρωτα και την ποίηση ως μια ομοούσια και αδιαίτερη οντότητα, ως τη μοναδική και παντοδύναμη ουσία της ζωής: Η παρόρμησις είναι μια συνοχή εαρινών βλυσμάτων. Μακάριοι αυτοί που πίπτουν στα νερά της. Τα στήθη της είναι τόσο ωραία που υπερνικούνε όλα τα υφάσματα. Αν η παρόρμησις υπάρχει, τίποτε δεν μπορεί να την αναχαιτίση. Η χαίτη της όταν εφορμά είναι δάσος φλεγόμενον με μύρα.

Η Μάτση πάλι θα γεννηθεί ως ποιητικό υποκείμενο, σύμφωνα με τη διατύπωση τής Άντειας Φραντζή, από τη στιγμή που θα συναντήσει τον ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκο. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου πως το ψευδώνυμο που θα υιοθετήσει για την έκδοση των πρώτων της βιβλίων, Μάτση Ανδρέου, παραπέμπει ευθέως και ξεκάθαρα στον Ανδρέα Εμπειρίκο. Δεν θα γράψει, κατά τα φαινόμενα, τα πρώτα της ποιήματα παρά μόνο αφού θα έχει δεχθεί την τριπλή επίδραση του Εμπειρίκου, ο οποίος ως ψυχαναλυτής πρώτα θα επουλώσει τα τραύματά της και θα τη βοηθήσει ν’ αφήσει ελεύθερη την ερωτική της ιδιοσυγκρασία, ως ποιητής κατόπιν θα της μεταδώσει το μήνυμα και τους τρόπους του υπερρεαλισμού και ως ερωτικός σύντροφος στο τέλος θα αποτελέσει τότε το αποκλειστικό αντικείμενο της δημιουργικής της έξαρσης. Και θα γράψει η Μάτση, από τότε ξεκινώντας κι ως το τέλος της ζωής της, ποιήματα που δονούνται και φλέγονται από το πάθος κι από τα πάθη του έρωτα, εξαίσια ποιήματα που άλλοτε αποτελούν ένα δοξαστικό του απόλυτου έρωτα κι άλλοτε έναν θρήνο για την απώλειά του ή μια δέηση για την επιστροφή του και μιαν απόπειρα ανάκλησης της αρχέγονης στιγμής (για να θυμηθούμε έναν άλλο ακραιφνή και παράφορο υπερρεαλιστή).

Λιάζομαι μες στη συγκίνηση των ημερών του Νοέμβρη, που ξαναφέραμε μαζί. Μαζί το ζούμε και το θέλουμε το πηγαινέλα της φύσης – τις μυρουδιές του κρύου ανέμου, τα παγωμένα νίκελ της πόλης, τον κλειστό χώρο μες στην παγωνιά όταν αχνίζουν τα τζάμια. Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων. Ζωή μου, δίπλα σου είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου. Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.

Πολύ γρήγορα, τον Ιούλιο του 1940, ο Ανδρέας και η Μάτση θα παντρευτούν. Δεν υπάρχει πια περιθώριο για καθυστερήσεις, οι καιροί είναι δύσκολοι και το μέλλον φαντάζει, ακόμη και για τους δύο ερωτευμένους ποιητές, σκοτεινό και απειλητικό και μέλλει ν’ αποδειχθεί πολύ χειρότερο. Η επισημοποίηση της σχέσης τους με τον γάμο προσφέρει κάποια επίφαση ασφάλειας, ενώ ο πόλεμος ήδη μαίνεται στην Ευρώπη και δεν θ’ αργήσει να φτάσει και στην Ελλάδα. Το σπίτι του ζευγαριού θα γίνει καθ΄ όλη τη διάρκεια της σκληρής Κατοχής ένα φιλόξενο καταφύγιο για τους ποιητές εκείνους που επιμένανε να διεκδικήσουνε το δικαίωμα στη ζωή και την ελευθερία, στην ποίηση και τον έρωτα σε πείσμα όλων των κινδύνων και των στερήσεων, των απαγορεύσεων και των περιχαρακώσεων. Αφηγείται εκ μέρους όλων αυτών ο Οδυσσέας Ελύτης: Οι τακτικές συγκεντρώσεις της Πέμπτης, που κρατήσανε σ’ όλο το διάστημα της Κατοχής, και ακόμη – αλλά όχι με την ίδια ζωηρότητα – μετά την Απελευθέρωση, έμειναν ιστορικές. Εκεί διαβάστηκαν για πρώτη φορά η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου, ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου, η Ursa Minor του Τάκη Παπατζώνη, του Αντώνη Βουσβούνη ο Άγιος Αντώνιος, τα ποιήματα του Νάνου Βαλαωρίτη, της Μάτσης Ανδρέου, του αδικοσκοτωμένου, λίγο αργότερα, Κίτσου Μαλτέζου – Μακρυγιάννη, και πολλών άλλων νέων. Του Μίλτου Σαχτούρη, θα συμπληρώσουμε εμείς, του Δημήτρη Παπαδίτσα και του Έκτορα Κακναβάτου, του Ανδρέα Καμπά.

Οι μέρες και οι νύχτες που έβρισκαν τον Ανδρέα και τη Μάτση αγκαλιασμένους και τα ποιήματα που εκείνοι έγραφαν ήταν το δικό τους καταφύγιο από τη βαρβαρότητα όλη εκείνη την άγρια και σκοτεινή περίοδο. Η έμπνευση του ενός γινόταν έμπνευση για τον άλλο: πάρα πολλοί από τους στίχους της Μάτσης φαίνεται να αποκρίνονται σε στίχους του Ανδρέα, ενώ δεν θα ήταν ενδεχομένως εντελώς άστοχη η υπόθεση ότι κι ο Εμπειρίκος κάτι διδάχθηκε από τη μαθήτριά του στην ποίηση, την τολμηρή ερωτική εκφραστική της ίσως – όχι ακριβώς το τολμηρό λεξιλόγιο, που ήδη το είχε κατακτήσει αυτός, μα τον τρόπο της να μιλάει άμεσα και βιωματικά για το σώμα της και για τον έρωτα. Κάποτε θ’ ανοίξω τα βλέφαρά μου και τα σκέλη μου, για να δεχθώ τη βροχή. Θ’ ανοίξω και τους δρόμους που μού ‘φραξαν οι αντιστάσεις μου. Προερχόμενο εκείνη ειδικά την εποχή από μια γυναίκα αυτό το μάθημα γινόταν ακόμη πολυτιμότερο.

nine

Ακόμη λίγη θάλασσα, ακόμη λίγο αλάτι. Έπειτα θάθελα να κυλισθώ στην αμμουδιά μαζύ σου, εύχεται ο ένας. Λες κι ήτανε χθες βράδυ ακρογιάλι το σώμα μου, τα χέρια σου δυο μικρά καβούρια, απαντάει ο άλλος. Πλατιά τα στέρνα μας και τα πουλιά μας τρέχουν στον αέρα, δηλώνει ο Ανδρέας. Μες στη χούφτα μου κούρνιασε ένα πουλί, το πουλί είναι η τρυφερότης σου, βεβαιώνει η Μάτση. Και ο διάλογος των δύο ερωτευμένων ποιητών συνεχίζεται: Η παλάμη μου σε περιμένει, η παλάμη μου σ’ αποζητάει, η παλάμη μου τρέμει και φτερουγίζει μες στα κλαριά. Για ν’ ανταποκριθεί αμέσως ο Εμπειρίκος: Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου. Κι η Μάτση καταφάσκοντας στην ποίηση, στον έρωτα, στη ζωή, λέει Ναι: Ναι. Ό,τι δεν φθάνει το χέρι, το ξεπερνάει η καρδιά μας.

Ο χωρισμός

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Μάτσης (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου) Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Ίκαρος το 1944, με τη λιτή και διφορούμενη, όπως θα δούμε, αφιέρωση «στον Ανδρέα». Η Μάτση κι ο Ανδρέας όμως είχαν τότε ήδη χωρίσει, έχοντας συναντήσει τον έρωτα αλλού. Ο μεν Εμπειρίκος στο πρόσωπο της Βιβίκας Ζήση, που έμελλε πολύ γρήγορα να γίνει η δεύτερη σύζυγός του και να ζήσει μαζί του (όσο γαλήνια η εποχή επέτρεπε) μέχρι το τέλος. Γιατί, κατά πως φαίνεται, όσο η ποιητική του φαντασία ξεμάκραινε προς τον άγριο κι ασίγαστο Ωκεανό, άλλο τόσο επιθυμούσε ο ποιητής την ηρεμία και την τρυφερή αγάπη, που τη βρήκε στη Βιβίκα, στον γιο που γεννήθηκε από τον έρωτά τους και στην προσφιλή του Άνδρο, που όλο και συχνότερα επισκεπτότανε από τότε και στο εξής. Θα γράψει τον άλλο χρόνο στη Βιβίκα ο ερωτευμένος ποιητής: «…αγάπη μου άγγιξέ με / Να νιώσω κι εγώ για μια στιγμή / Έστω για μια στιγμή μονάχα, / Ότι δεν είμαι πάντα Ωκεανός που συνεχώς βογγά / Αλλά και θάλασσα αυγουστιάτικη / που σπαρταρά / στον ήλιο.». Η δε Μάτση Χατζηλαζάρου θα συνδεθεί ερωτικά με τον ποιητή Ανδρέα Καμπά, γεγονός που θα προβληματίσει τους γνωστούς του ζευγαριού, όταν θα εμφανιστεί η ποιητική της συλλογή με την αφιέρωση «στον Ανδρέα». Γράφει σχετικά ο Μάνος Χατζιδάκις: «Κι όλοι ρωτούσαν ποιον εννοεί. Τον Εμπειρίκο που άφηνε ή τον Καμπά που ακολουθούσε». Και απαντάει ο ίδιος εξηγώντας ότι η αφιέρωσή της «δεν περιείχε αμηχανία – ΄σε ποιον΄ αλλά τόλμη. Και στους δύο». Δεν θα ήταν απίθανο για την τολμηρή Μάτση που γνωρίζουμε να είχε αυτό ακριβώς στον νου της όταν παρέλειπε το επίθετο, αλλά πρέπει μάλλον να θεωρήσουμε πιθανότερο πως απευθύνει την αφιέρωση στον Εμπειρίκο, δεδομένου ότι όλα τα ποιήματα που περιέχονται στο βιβλίο της αυτό είναι δημιουργήματα, όπως είδαμε, του έρωτα και της συμβίωσής της με το Ανδρέα Εμπειρίκο, ο οποίος υπήρξε και ο δάσκαλός της στην ποίηση ή, έστω, ο σύμβουλός της στα πρώτα ποιητικά της βήματα.

Το διαζύγιό τους θα βγει τελικά τον Δεκέμβριο του 1946. Τον επόμενο κιόλας μήνα ο Ανδρέας θα παντρευτεί τη Βιβίκα, ενώ η Μάτση θα έχει αφήσει κιόλας τον Ανδρέα Καμπά και θα βρίσκεται στο Παρίσι, όπου θα συζήσει για οχτώ χρόνια με τον Ισπανό ζωγράφο Χαβιέρ Βιλατό. Θα γράψει η Μάτση γι’ αυτόν που θα είναι και ο μεγαλύτερος σε διάρκεια έρωτάς της: εσύ αγγίζεις με τη ζωγραφική τα όρια / που χρωματίζουν τα πράματα και τα ονόματά τους / και τους σπαραγμούς τους μια αχτίδα / είναι η ριπή της ορμής σου με τον ρυθμό και τον / σφυγμό και τη βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται / κάποτε ψηλά και κάποτε χαμηλά πάνω σε γκάμες έξω / από κάθε γραφή είμαι πάντα μαζί σου. Θ’ ακολουθήσει, προτού επιστρέψει από το Παρίσι στην Ελλάδα, μια σχέση της με τον Κορνήλιο Καστοριάδη και άλλες ακόμη που δεν θα τις μάθουμε ίσως ποτέ.

Στο τελευταίο ωστόσο δημοσιευμένο ποίημά της φαίνεται να επιστρέφει άλλη μια φορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο και συγχρόνως να δίνει και μια πλάγια εξήγηση για τον πολυτάραχο τρόπο που βάδισε η ίδια στον έρωτα και στη ζωή: Θα ‘θελα εσένα που η καρδιά σου πιάνει από την διώρυγα του Μπέριγκ μέσα απ’ όλη τη Ρωσία και απ’ το φαράγγι Λονδίνο Παρίσι Γενεύη για να φτάσει ως το Αιγαίο, θα ‘θελα όποιοι και να ‘ναι οι πόθοι που έχεις να σου τους φέρνει ο γέρο άνεμος μπροστά σου εκεί που στέκεις να πέφτουνε βροχή όπως τα βατράχια τα σαλιγκάρια και άλλα μικρά ζώα που μας έρχονται έτσι από μακρινές περιοχές υπερπόντιες να σε κοιτάει ο κόσμος και να σαστίζει βλέποντας τον εσαεί ευδαίμονα άντρα μαζί δεν λέγαμε ότι για την τύχη μας οι πόθοι σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε. Για καλή μας τύχη, οι πόθοι μας σαν χορταίνουν άλλους πόθους γεννάνε, αφού σκοπός της ζωής μας είναι η αγάπη. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής και η ποίησή μας είναι η ζωή.

Πηγή: https://www.news247.gr/mixani-tou-xronou/michani-toy-chronoy-o-paraforos-erotas-toy-andrea-empeirikoy-me-tin-astheni-toy-stin-psychanalysi.6339374.html

Οι επιδράσεις του ενσυναισθητικού κλίματος

IMG_20190808_205014_558

(φώτο: Βαλάντης Χουτοχρήστος) 

Τι επίδραση έχει στον αποδέκτη μια σειρά από βαθιές ενσυναισθητικές αντιδράσεις; «Οι αποδείξεις εδώ, είναι αρκετά αποκαλυπτικές», γράφει ο Carl Rogers στο βιβλίο του «ένας τρόπος να υπάρχουμε».

Η ενσυναίσθηση σχετίζεται σαφώς με το θετικό αποτέλεσμα. Από σχιζοφρενείς ασθενείς σε ψυχιατρικά νοσοκομεία μέχρι μαθητές σε σχολικές τάξεις, από πελάτες συμβουλευτικών κέντρων μέχρι δασκάλους στην κατάρτιση, από τους νευρωτικούς στη Γερμανία μέχρι τους νευρωτικούς στις ΗΠΑ, οι αποδείξεις είναι ίδιες: καταδεικνύουν ότι όσο περισσότερο δείχνει κατανόηση με ευαισθησία ο θεραπευτής ή ο δάσκαλος, τόσο περισσότερο πιθανό είναι να υπάρχει εποικοδομητική μάθηση και αλλαγή. (Aspy, 1972, Halkides, 1958, Rogers, 1967, Truax, 1996).

Όπως δηλώνουν οι Bergin και Strupp, διάφορες μελέτες «παρουσιάζουν θετική συσχέτιση μεταξύ της ενσυναίσθησης του θεραπευτή, της αυτοδιερεύνησης του ασθενούς και των ανεξάρτητων κριτηρίων της αλλαγής του ασθενούς».

Ωστόσο, πιστεύω ότι έχει δοθεί ελάχιστη προσοχή στα ευρήματα αυτά. Αυτή η παραπλανητικά απλή ενσυναισθητική διάδραση έχει πολλές ουσιαστικές συνέπειες.

Θα ήθελα να τις συζητήσω αναλυτικά.

Τα αποτελέσματα ενός ενσυναισθητικού κλίματος

1. Η ενσυναίσθηση καταλύει την αποξένωση. Αν και μπορεί να μην εκφράζεται με σαφήνεια, η εμπειρία είναι κάπως έτσι: «Μίλησα για κρυμμένα πράγματα, εν μέρει καλυμμένα ακόμη κι από εμένα, συναισθήματα που είναι περίεργα και ίσως αφύσικα, συναισθήματα που δεν έχω ποτέ μοιραστεί με άλλον ούτε καν ξεκάθαρα με τον εαυτό μου. Και όμως… ένα άλλο πρόσωπο κατάλαβε. Κατάλαβε τα συναισθήματα μου ακόμη πιο καθαρά από ότι εγώ. Αν κάποιος άλλος γνωρίζει σε τι αναφέρομαι και τι εννοώ, τότε, στο βαθμό αυτό, δεν είμαι τελικά τόσο περίεργος ή αποξενωμένος. Αυτό που είμαι, έχει νόημα για κάποιο άλλο ανθρώπινο ον. Έτσι, είμαι σε επαφή, έχω ακόμη και σχέση με τους άλλους. Δεν είμαι πλέον απομονωμένος.

Ίσως το παραπάνω, να εξηγεί ένα από τα μεγαλύτερα ευρήματα της μελέτης μας για την ψυχοθεραπεία με σχιζοφρενείς. Διαπιστώνουμε ότι αυτοί οι ασθενείς που λαμβάνουν από τους θεραπευτές τους ένα υψηλό βαθμό σωστής ενσυναίσθησης, όπως αυτή βαθμολογείται από αμερόληπτους κριτές, έδειξαν τη μεγαλύτερη μείωση στη σχιζοφρενική παθολογία, όπως μετράται από το Ερωτηματολόγιο Πολυφασικής Προσωπικότητας της Μινεσότα. (Minnesota Multiphasic Personality Inventory) (Rogers, 1967).

Αυτό δείχνει ότι η ευαίσθητη κατανόηση από κάποιον άλλον είναι το πιο ισχυρό στοιχείο που βγάζει τους σχιζοφρενείς από την απομόνωση τους και τους εντάσσει στον κόσμο, όπου σχετίζονται με τους άλλους.

Ο Carl Jung είπε: οι σχιζοφρενείς παύουν να είναι σχιζοφρενείς όταν συναντούν άλλα πρόσωπα τα οποία τους κάνουν να νιώθουν ότι τους καταλαβαίνουν. 

Η μελέτη μας παρέχει εμπειρικές αποδείξεις που υποστηρίζουν τη δήλωση αυτή. Άλλες μελέτες με πελάτες συμβουλευτικών κέντρων δείχνουν ότι ένα χαμηλό επίπεδο ενσυναίσθησης σχετίζεται με ελαφρά επιδείνωση στην προσαρμογή και στην παθολογία.

Είναι σαν να συμπεραίνει το άτομο: «Αν κανείς δεν με καταλαβαίνει, αν κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί πως είναι αυτές οι εμπειρίες, τότε είμαι πράγματι, με άσχημο τρόπο, πιο αφύσικος από ότι νόμιζα. Ένας από τους ασθενείς του R.D.Laing δηλώνει το συναίσθημα αυτό έντονα, καθώς περιγράφει τις προηγούμενες εμπειρίες του με ψυχιάτρους:

«Είναι το πιο τρομακτικό συναίσθημα να συνειδητοποιείς ότι ο γιατρός δεν μπορεί να δει τον πραγματικό σου εαυτό, ότι δεν μπορεί να καταλάβει τι νιώθεις και ότι απλώς ακολουθεί τις δικές του ιδέες. Άρχιζα να νιώθω ότι είμαι αόρατος ή ίσως ότι δεν είμαι καν εκεί» (Laing,1965).

2. Μια δεύτερη επίδραση της ενσυναισθητικής κατανόησης είναι ότι ο αποδέκτης νιώθει ότι έχει αξία, ότι τον νοιάζονται, ότι τον αποδέχονται ως το πρόσωπο που είναι. Ίσως φαίνεται ότι εδώ εισερχόμαστε σε άλλον τομέα και ότι δεν μιλάμε πια για ενσυναίσθηση. Αλλά δεν είναι έτσι. Είναι αδύνατο να αντιλαμβάνεται κανείς σωστά τον αντιληπτικό κόσμο του άλλου προσώπου, εκτός κι αν δίνει αξία στο πρόσωπο αυτό και στον κόσμο του -εκτός κι αν, κατά μία έννοια, νοιάζεται. Συνεπώς, φτάνει το μήνυμα στον αποδέκτη ότι «αυτό το άλλο άτομο με εμπιστεύεται, θεωρεί ότι είμαι αξιόλογος. Ίσως όντως κάτι αξίζω. Ίσως θα μπορούσα να δώσω και γω αξία στον εαυτό μου.

3. Μια τρίτη επίδραση της ενσυναισθητικής κατανόησης προέρχεται από τον μη υποκειμενικό της χαρακτήρα. Η πιο υψηλή έκφραση της ενσυναίσθησης είναι να αποδεχόμαστε και να μην είμαστε υποκειμενικοί. Αυτό είναι γεγονός γιατί είναι αδύνατον να αντιλαμβανόμαστε με ακρίβεια τον εσωτερικό κόσμο του άλλου αν έχουμε σχηματίσει αξιολογική κρίση για το πρόσωπο αυτό. 

Αν αμφισβητείτε τη δήλωση αυτή, διαλέξτε κάποιον που γνωρίζετε, με τον οποίο διαφωνείτε σε βάθος και ο οποίος είναι κατά την κρίση σας, σαφώς σε λάθος κατεύθυνση. Τώρα προσπαθήστε να δηλώσετε τις απόψεις, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα του ατόμου αυτού με τόση ακρίβεια ώστε εκείνο να συμφωνεί ότι έχετε περιγράψει με ευαισθησία και ορθότητα τη στάση του. Προβλέπω ότι εννιά στις δέκα φορές θα αποτύχετε, γιατί η κρίσης σας για τις απόψεις αυτού του προσώπου υπεισέρχονται στην περιγραφή σας.

Η αναγκαιότητα απαλλαγής από αξιολογικά χαρακτηριστικά

Κατά συνέπεια, η αληθινή ενσυναίσθηση είναι πάντοτε απαλλαγμένη από οποιοδήποτε αξιολογικό ή διαγνωστικό χαρακτηριστικό. Ο αποδέκτης το αντιλαμβάνεται με κάποια έκπληξη: «Αν δεν με κρίνουν, ίσως δεν είμαι τόσο κακός ή αφύσικος όσο νόμιζα. Ισως δεν χρειάζεται να κρίνω τον εαυτό μου τόσο αυστηρά. Έτσι, η πιθανότητα της αυτοαποδοχής αυξάνεται σταδιακά. 

Ίσως ένας άλλος τρόπος να θέσω ορισμένα από αυτά που έχω αναφέρει είναι ότι η άψογα συντονισμένη κατανόηση από ένα άλλο άτομο δίνει στον αποδέκτη μια αίσθηση προσωπικής οντότητας, ταυτότητας. Ο Laing (1965) είπε ότι η αίσθησητης ταυτότητας απαιτεί την ύπαρξη ενός άλλου που να γνωρίζει το άτομο αυτό. Ο Buber ανέφερε επίσης την ανάγκη να επιβεβαιώνεται η ύπαρξης μας από κάποιον άλλο. Η ενσυναισθηση δίνει αυτή την απαραίτητη επιβεβαίωση ότι κάποιος όντως υπάρχει ως ξεχωριστό, αξιόλογο πρόσωπο με ταυτότητα.

Ενσυναίσθηση και διεύρυνση της αυτοαντίληψης

Θα στραφώ όμως τώρα σε ένα άλλο, πιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα της ενσυναισθητικής διάδρασης στην οποία τα άτομα νιώθουν ότι τα καταλαβαίνουν.

Τα πρόσωπα, αρχίζουν να αποκαλύπτουν υλικό που δεν έχουν μεταδώσει ποτέ, ανακαλύπτοντας άγνωστα μέχρι τότε στοιχεία του εαυτού τους. Ένα τέτοιο στοιχείο μπορεί να είναι «δεν γνώριζα ποτέ πριν ότι ήμουν θυμωμένος με τον πατέρα μου ή ποτέ δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι φοβάμαι την επιτυχία».

Τέτοιες ανακαλύψεις κλονίζουν και συναρπάζουν. Το να αντιληφθεί κανείς μια νέα πτυχή του εαυτού του είναι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή της έννοιας του εαυτού. Σε μια ατμόσφαιρα κατανόησης, το νέο στοιχείο γίνεται κτήμα του και αφομοιώνεται στην τροποποιημένη πλέον αυτοαντίληψη. Από τη στιγμή που η αυτοαντίληψη αλλάζει, αλλάζει και η συμπεριφορά για να ταιριάξει με τον εαυτό που γίνεται αντιληπτός με νέα οπτική.

Το παραπάνω άρθρο-απόσπασμα είναι από το βιβλίο «Ένας τρόπος να υπάρχουμε, του Carl Rogers, εισηγητή της προσωποκεντρικής θεραπείας (Εκδόσεις Ερευνητές).

Πηγή: https://www.psychology.gr/prosopokentriki-psychotherapeia/2789-epidraseis-ths-ensynaisthisis.html

Δεν είναι δουλειά των παιδιών να γιατρεύουν τους ψυχικά πληγωμένους γονείς τους

bigstock-Sad-Daughter-Hugging-His-Mothe-121464467.jpg

Η «συναισθηματική αιμομιξία» είναι ένα είδος κακοποίησης, στην οποία ένας γονιός βασίζεται στο παιδί του για να πάρει τη συναισθηματική υποστήριξη που, κανονικά, θα έπρεπε να παίρνει από έναν ενήλικα.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι ζητά συμβουλές από το παιδί του για δικά του, ενήλικα ζητήματα, ότι περιμένει από το παιδί του να του τονώσει το εγώ ή να του ενισχύσει την αυτοεκτίμησή του ή ότι αναθέτει στο παιδί την ευθύνη να του παρέχει θεραπεία ή να διαχειριστεί τις εκάστοτε κρίσεις.

Ή με πιο απλά λόγια: περιμένει από το παιδί του να είναι ο καλύτερος του φίλος/φίλη.

Σε αντίθεση με τη σεξουαλική αιμομιξία, οι «ανάρμοστες» αυτές σχέσεις δεν έχουν τίποτε σεξουαλικό στη φύση τους, αν και οι συναισθηματικές και ψυχολογικές συνέπειές τους είναι αναμφισβήτητες. Το φαινόμενο μπορεί να αφορά γονείς του ίδιου ή του αντίθετου φύλου από τα παιδιά, μονογονείς ή παντρεμένους και με το συναισθηματικό φορτίο που τους αναθέτουν, τα παγιδεύουν ανάμεσα σε μια αίσθηση απόγνωσης αλλά και δύναμης.

Τελικά, το παιδί που αναλαμβάνει το ρόλο του «άλλου γονιού» χάνει την ουσία της παιδικής του ηλικίας. Μπορεί να μην διακρίνουμε αυτή την καταστρεπτική δυναμική, όταν έχουμε μπροστά μας ένα πεντάχρονο νήπιο, που ανακουφίζει την αναστατωμένη μαμά του κατά τη διάρκεια μια δύσκολης στιγμής. Όταν, όμως, μιλάμε για έναν τριαντάχρονο, που δεν βγαίνει ραντεβού, γιατί φοβάται μην αποξενώσει την συναισθηματικά εξαρτώμενη από αυτόν μητέρα του, τότε η εικόνα γίνεται τραγικά ξεκάθαρη.

Άνθρωποι με άλυτα ψυχικά τραύματα έχουν, επίσης, πιθανότητες να γίνουν τέτοιοι γονείς.

Κι αν δεν ξεκαθαρίσουν στους εαυτούς τους ότι η επούλωση είναι δική τους ευθύνη, τότε θα καταλήξουν να αναθέσουν τη δουλειά αυτή στους ανθρώπους που αγαπούν περισσότερο.

Δεν είναι, όμως, δουλειά ενός παιδιού να θεραπεύσει τον πατέρα ή τη μητέρα του -ή οποιονδήποτε άλλο.

Δεν είναι ευθύνη του να βοηθήσει το γονιό του να βρει την γαλήνη ξεπερνώντας τις κακές αποφάσεις που πήρε. Και, σίγουρα, δεν είναι δουλειά του να βοηθήσει τους γονείς του να επεξεργαστούν τον πόνο μιας αποτυχημένης σχέσης, ακόμη κι αν αυτή είναι με τον άλλο βιολογικό γονιό.

Πρέπει να μάθουμε να χωρίζουμε από ανθρώπους που μας δελεάζουν και εμπλεκόμαστε σε μονόπλευρες, τοξικές σχέσεις, ειδικά όταν αυτοί οι άνθρωποι είναι οι γονείς μας.

Δεν είναι αρκετό να αναγνωρίζουμε τον τρόπο που συμπεριφέρονται -πρέπει να είμαστε έτοιμοι να σπάσουμε το φαύλο κύκλο.

Πηγή: https://www.infokids.gr/den-einai-douleia-ton-paidion-na-giatr/

Ποτέ δεν είναι αργά

pote-den-einai-arga-750x400

Ποτέ δεν είναι αργά….

Για να αρχίσεις απ’ την αρχή!

Για να απολαύσεις τη ζωή!
Για να αλλάξεις τρόπο σκέψης!
Για να γίνεις άλλος άνθρωπος!

Για να αλλάξεις τρόπο ζωής!
Για να αγαπήσεις!
Για να συγχωρήσεις!
Για να ξεχάσεις!

Για να μάθεις!
Για να αισθανθείς!
Για να γίνεις αισιόδοξος!
Για να γιορτάσεις τη ζωή!

Για να δώσεις ένα φιλί!
Για να κάνεις μια αγκαλιά!

Για να σταματήσεις να γκρινιάζεις!
Για να μάθεις πώς αγαπάνε!

Για να κηδέψεις τη μιζέρια!
Για να φλερτάρεις!
Για να ερωτευτείς!
Για να ζήσεις!

Για να αγαπήσεις τον εαυτό σου!
Για να αγνοήσεις όσα σε πλήγωσαν!
Για να σταματήσεις να είσαι κολλημένος στο παρελθόν!
Για να ζήσεις στο παρόν!

Για να σε αγαπήσουν!
Για να γνωρίσεις καινούριους ανθρώπους!
Για να κόψεις κακές συνήθειες!
Για να ζήσεις όπως θέλεις!

Προλαβαίνεις!

Γράφει η Νάντια Πάλμου.

Πηγή: www.enallaktikidrasi.com

Γονείς Πανταχού Απόντες

father-daughter-smartphone

Η πρόσφατη εγκύκλιος του υπουργού Παιδείας για την απαγόρευση των κινητών στα ελληνικά σχολεία προσδοκά να ανακόψει την παθογένεια στα «κολλημένα» με τη νέα τεχνολογία παιδιά. Οι εκπαιδευτικοί επιχαίρουν (αν και πολλάκις έχω ακούσει παιδικά σχόλια για τη δασκάλα της Δ’ Δημοτικού που αφήνει το κινητό της μέσα στην τάξη ή τον καθηγητή της Βιολογίας ο όποιος προτού αρχίσει το μάθημα χαζεύει, στα μουλωχτά, το feed του στο Instagram).

Επιχαίρουν, βεβαίως, και οι γονείς. Όλοι αυτοί που μόλις τους χτυπήσει η πρώτη ηλιαχτίδα το πρωί πάνω στο κρεβάτι τσεκάρουν τον λογαριασμό τους στο Facebook. Που αντί για παραμύθι το βράδυ, δίνουν στον πεντάχρονο γιο τους το τάμπλετ να τον νανουρίσει· οι ίδιοι έχουν, άλλωστε, να δουν το 665ο επεισόδιο της τάδε σειράς του Netflix στο δικό τους τάμπλετ. Που όταν μπαίνουν στο ασανσέρ, «Μαμά σου μιλάω, τη στολή του αγώνα την πήραμε μαζί;», στέλνουν ένα sms ή απαντούν σε ένα από τα δεκάδες επαγγελματικά email, «Μισό λεπτό αγάπη μου, είναι κάτι σημαντικό».

Που όταν οδηγούν μιλούν ακατάπαυστα στο handsfree (στις καλές περιπτώσεις)· στα φανάρια προλαβαίνουν μερικά like και ένα unfriend.

Είναι οι ίδιοι γονείς οι οποίοι στην παραλία τραβούν selfies παρέα με άλλους ανεγκέφαλους ενηλίκους (όλοι στο Facebook πρέπει να μάθουν για τις ειδυλλιακές οικογενειακές διακοπές), που όταν μαγειρεύουν για τα δίδυμα ένα ωραίο κέικ με σοκολάτα και ταχίνι, το κάνουν πρωτίστως για να ποστάρουν στον κυβερνοχώρο την αψεγάδιαστη γονεϊκή τους υπεροχή. Που τρώνε με το smartphone δίπλα από το αλατοπίπερο. Που όταν η 15χρονη κόρη τους ,τους πλησιάζει για να συζητήσει κάτι που συνέβη χθες στο σχολείο, χτυπάει το iPhone και είναι: ο συνάδελφος που θέλει να διευκρινίσει η ώρα είναι το αυριανό meeting, η κολλητή φίλη της μαμάς για λίγη απογευματινή causerie, ένα «γκλινγκ» από μια ηλίθια ομαδική συνομιλία στο messenger ή από το φαρμακείο, «ήρθε η αλοιφή που ζητήσατε».

Είναι αυτοί που στην παιδική χαρά πάνε αγκαλιά με το tablet (προς μεγάλη τέρψη, υποθέτω, κάθε υποψήφιου ανώμαλου που τυγχάνει να λυμαίνεται την περιοχή), που αφαιρούνται όταν περπατούν με το παιδί στον δρόμο. Δεν είναι τυχαίο ότι σε έρευνα του 2014 ο αμερικανός οικονομολόγος Γρεγκ Πάλσον έχει διαπιστώσει την αύξηση στους τραυματισμούς παιδιών από τότε που το smartphone κατέκτησε τον πλανήτη (κατά 10% σε μικρά παιδιά, από το 2005 έως το 2012 – κατάγματα και διάσειση στην κορυφή της λίστας).

Aς το αποδεχθούμε ότι ζούμε στην εποχή της «συνεχούς μερικής προσοχής» («continuous partial attention»), όπως το προφήτεψε προ εικοσαετίας η ειδικός σε θέματα τεχνολογίας Λίντα Στόουν. Η οποία δεν βλάπτει τόσο τους γονείς όσο τα παιδιά. Όπως γράφει στο θερινό τεύχος (Ιούλιος – Αύγουστος 2018) του «Atlantic» η κοινωνική ανθρωπολόγος Ερικα Χριστάκις σε ένα άρθρο με τίτλο «Οι κίνδυνοι της γονεϊκότητας με τη διασπασμένη προσοχή», όλες αυτές οι καταιγιστικές διασπάσεις, διακοπές, ηχητικές προειδοποιήσει κ.ο.κ. επιδρούν στις πιο αρχέγονες δομές επικοινωνίας μεταξύ παιδιού και γονέα. «Βρισκόμαστε σε αχαρτογράφητα νερά» τονίζει.

Και όλα αυτά σε μια εποχή που οι σύγχρονοι γονείς απολαμβάνουν περισσότερο χρόνο με τα παιδιά τους από οποιαδήποτε άλλη γενιά γονέων στην Ιστορία (σε σημείο που τα παιδιά να έχουν φτάσει να ασφυκτιούν από αυτή την υπερβολική δόση γονεϊκής πανταχού παρουσίας). Όπως σημειώνει σχετικά η Χριστάκις: «Παρά τη δραματική αύξηση του ποσοστού των γυναικών στο εργατικό δυναμικό, οι μητέρες αφιερώνουν εξωφρενικά πολύ περισσότερο χρόνο στη φροντίδα των παιδιών τους από ότι οι μητέρες τη δεκαετία του ’60. Όμως ο δεσμός μεταξύ παιδιού και γονέα είναι αυξητικά χαμηλής ποιότητας, θα έλεγα ότι έχει φτάσει να είναι επιδερμικά. Οι γονείς είναι διαρκώς παρόντες στη ζωή των παιδιών με τη φυσική τους παρουσία, αλλά είναι πολύ λιγότερο συναισθηματικά συντονισμένοι».

Οι ειδικοί αποφαίνονται ότι η περιστασιακή διάσπαση της γονεικης προσοχής δεν είναι καταστροφική, στο κάτω-κάτω αν δεν αποσπάσαι κάποιες φορές από το παιδί σου, θα τρελαθείς. Πρόβλημα είναι, όμως, η χρόνια διάσπαση, το να είσαι μόνιμα απών, ακόμη και όταν έχεις την εκκωφαντική αυταπάτη ότι είσαι πάντα εκεί.

Περνούν όλο και περισσότερο χρόνο με τα παιδιά τους. Αλλα σπάνια είναι πραγματικά «εκεί».

Της Λένας Παπαδημητρίου για το Βημαgαζίνο (01/07/’18).

Πηγή: https://www.o-klooun.com/anadimosiefseis/goneis-pantaxoy-apontes

Η ταμπέλα του «συναισθηματικού» δεν είναι κακή!

photo-1494368308039-ed3393a402a4

Ο κόσμος σας λέει ότι είστε «πολύ από κάτι», υπερβολικοί. Όταν ερωτεύεστε πολύ γρήγορα, όταν ανοίγεστε στους άλλους, όταν μαζεύετε πια τον εξαντλημένο σας εαυτό από το πάτωμα και αρχίζετε και πάλι να ψάχνετε την αγάπη σε ένα νέο μέρος, οι άλλοι άνθρωποι γίνονται διστακτικοί. Επικριτικοί. Θα σας πούνε ότι το κάνετε όλο λάθος – ότι αντιθέτως, θα έπρεπε να είστε προσεκτικοί, ψυχροί, απόμακροι, στωικοί- όχι τόσο πρόθυμοι να μοιραστείτε την καρδιά σας με κάποιον άλλο ξανά.

Για κάποιο λόγο, έχουμε διδαχθεί ότι τα συναισθήματα είναι κακό πράγμα. Ότι πρέπει να τα θάβουμε. Ότι όταν τα έχουμε, είναι καλό να τα κρύβουμε από τον κόσμο. Όταν ένα παιδί κλαίει, το επιπλήττουν. Όταν κάποιος ουρλιάζει από χαρά, του λένε να ηρεμήσει. Όταν εμείς ή οι αγαπημένοι μας πληγώνονται, όταν κάτι τρομερό συμβαίνει, όταν ένας άνθρωπος φύγει από τη ζωή, μας λένε να σκουπίσουμε γρήγορα τα δάκρυά μας και να μην κάνουμε σκηνή. Ομως, ευτυχώς, νιώθουμε!

Το ίδιο ισχύει και για τις σχέσεις. Ο μισός χρόνος αποτελείται από ένα παιχνίδι – μην ανοιχτείς πολύ σε εκείνη, μην του πεις ακόμα την αλήθεια, μη μοιραστείς πολλά για τον εαυτό σου ακόμα. Υπάρχουν κανόνες. Υπάρχει μια διαχωριστική γραμμή. Υπάρχουν προσδοκίες και φόβοι και τόσοι πολλοί τρόποι, για να κρατήσεις κάποιον σε απόσταση ή να τον αποδιώξεις.

Στο τέλος της μέρας, έχουμε πια τόσο κουραστεί να κρύβουμε τα συναισθήματά μας, που είναι θαύμα αν δεν έχουμε χάσει την ικανότητα να νιώθουμε γενικά. Φοβόμαστε τόσο πολύ μην πληγωθούμε, μη χάσουμε τον έλεγχο, μην ανακαλύψουμε ότι ο άλλος δεν είναι ο «σωστός» για εμάς ή ότι δεν είμαστε εμείς οι «σωστοί» για εκείνον. Αλλά περισσότερο απ’ όλα, τρομοκρατούμαστε στην ιδέα ότι μπορεί να βρούμε την αγάπη ξανά – κι όμως, δεν είμαστε ειλικρινείς απέναντι στην καρδιά μας.

Προσεγγίζουμε τους ανθρώπους και μετά απομακρυνόμαστε. Μοιραζόμαστε ένα μέρος των ιστοριών μας, αλλά όχι το σύνολο του εαυτού μας. Κυνηγάμε να συνδεθούμε, αλλά καταστρέφουμε τις στιγμές λόγω νευρικότητας και ψυχρότητας. Και αφήνουμε τον κόσμο να μας αποκαλέσει «συναισθηματικούς», σαν να είναι κακό.

Αλλά το να είναι κανείς «συναισθηματικός» δεν είναι ένας αρνητικός προσδιορισμός. Το να νιώθουμε, να αγαπάμε βαθιά – αυτό είναι τόσο όμορφο- και τίποτα για το οποίο πρέπει να ντρεπόμαστε.

Όταν μιλάμε για σχέσεις, θεωρούμε ντροπιαστικό να είμαστε εμείς οι πρώτοι που θα ερωτευτούμε. Και ότι τα δυνατά, έντονα συναισθήματα είναι κάτι που πρέπει να αποφύγουμε, γιατί με αυτό τον τρόπο τρομάζουμε τους άλλους. Ένας άνδρας ή μια γυναίκα με μεγάλη καρδιά είναι εκτεθειμένοι και γι’ αυτό πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία. Ο έρωτας, η αγάπη πρέπει να είναι μετρήσιμα, προσχεδιασμένα και δομημένα συναισθήματα με προσεκτικά βήματα.

Όμως, ο έρωτας και η αγάπη δεν είναι έτσι. Όλα τα παραπάνω είναι μια πλάνη, δική μας.

Ο έρωτας δεν είναι κάτι που μπορούμε να σχεδιάσουμε ή να κατανοήσουμε πλήρως. Δεν είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε ή να υπολογίσουμε, να διαμορφώσουμε , ώστε να ταιριάζει με αυτό που επιθυμούμε. Ο έρωτας απλά συμβαίνει. Κι εμείς δεν έχουμε παρά να τον αφήσουμε. Να τον νιώσουμε.

Δεν μπορούμε να σπαταλάμε τις μέρες μας με το να οχυρωνόμαστε, να μην επιτρέπουμε στην καρδιά μας να βιώσει αυτό που περισσότερο ποθεί. Δεν μπορούμε να φοβόμαστε για το ότι έχουμε συναισθήματα, να ντρεπόμαστε επειδή νοιαζόμαστε για τους άλλους, να δειλιάζουμε να μοιραστούμε την ψυχή μας. Βέβαια, πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα λένε ότι είμαστε «συναισθηματικοί» και υπερβολικοί.

Αλλά το να έχουμε συναισθήματα, να νοιαζόμαστε για τους ανθρώπους μας, να αγαπάμε ελεύθερα, να ερωτευόμαστε με ορμή και χωρίς φόβο – τίποτα από αυτά δεν είναι κακό. Και μην επιτρέψετε σε κανέναν να σας πείσει για το αντίθετο.

Πηγή (πρωτότυπο άρθρο): https://enallaktikidrasi.com/2018/03/tambela-synaisthimatikou-den-einai-kaki/

Θυμήσου, Σώμα…

IMG_20190726_225402_418.jpg

«Katia reading», by Balthus (1974)

Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες, 

όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες, 

αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,

κ’ ετρέμανε μες στη φωνή — και κάποιο τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε. 

Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν, 

μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν, θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν· 

πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Κωνσταντίνος Καβάφης

Αυτό Που Είμαστε. Του Ίρβιν Γιάλομ.

narcisismo

Ποιος από μας δεν έχει γνωρίσει κάποιον άνθρωπο (ίσως τον ίδιο μας τον εαυτό) που να είναι τόσο στραμμένος προς τα έξω, τόσο απορροφημένος στη συσσώρευση αγαθών ή στο τι σκέφτονται οι άλλοι, ώστε να χάνει κάθε αίσθηση του εαυτού του; Ένας τέτοιος άνθρωπος, όταν του τίθεται κάποιο ερώτημα, αναζητεί την απάντηση προς τα έξω κι όχι προς τα μέσα. Διατρέχει δηλαδή τα πρόσωπα των άλλων, για να μαντέψει ποιά απάντηση επιθυμούν ή περιμένουν.

Για έναν τέτοιον άνθρωπο θεωρώ χρήσιμο να συνοψίσω μια τριάδα δοκιμίων που έγραψε ο Σοπενάουερ προς το τέλος της ζωής του. (Για όποιον έχει φιλοσοφικές τάσεις είναι γραμμένα σε γλώσσα σαφή και προσβάσιμη στον μη ειδικό). Βασικά τα δοκίμια τονίζουν ότι το μόνο που μετράει είναι αυτό που το άτομο είναι.

Ούτε ο πλούτος ούτε τα υλικά αγαθά ούτε η κοινωνική θέση ούτε η καλή φήμη φέρνουν την ευτυχία. Αν και οι σκέψεις αυτές δεν αφορούν συγκεκριμένα τα υπαρξιακά θέματα, παρ’ όλ’ αυτά μας βοηθούν να μετακινηθούμε από ένα επιφανειακό επίπεδο προς βαθύτερα ζητήματα.

1. Αυτό που κατέχουμε.

Τα υλικά αγαθά είνα απατηλά. Ο Σοπενάουερ υποστηρίζει πολύ κομψά ότι η συσσώρευση πλούτου και αγαθών είναι ατελείωτη και δεν προσφέρει ικανοποίηση. Όσο περισσότερα κατέχουμε, τόσο πολλαπλασιάζονται οι απαιτήσεις μας. Ο πλούτος είναι σαν το νερό της θάλασσας: όσο περισσότερο πίνουμε, τόσο πιο πολύ διψάμε. Στο τέλος δεν κατέχουμε εμείς τα αγαθά μας – μας κατέχουν εκείνα.

2. Αυτό που αντιπροσωπεύουμε στα μάτια των άλλων.

Η φήμη είναι το ίδιο εφήμερη όσο και τα υλικά πλούτη. Ο Σοπενάουερ γράφει: “Οι μισές μας ανησυχίες και αγωνίες έχουν προέλθει από την έγνοια μας για τις γνώμες των άλλων… πρέπει να βγάλουμε αυτό το αγκάθι απ’ τη σάρκα μας”. Είναι τόσο ισχυρή η παρόρμηση να κάνουμε μια καλή εμφάνιση, ώστε για μερικούς φυλακισμένους, την ώρα που βαδίζουν προς τον τόπο της εκτέλεσής τους, αυτό που κυρίως απασχολεί τη σκέψη τους είναι το ντύσιμο και οι τελευταίες τους χειρονομίες.

Η γνώμη των άλλων είναι ένα φάντασμα που μπορεί ανά πάσα στιγμή ν’ αλλάξει όψη. Οι γνώμες κρέμονται από μια κλωστή και μας υποδουλώνουν στο τι νομίζουν οι άλλοι, ή, ακόμα χειρότερα, στο τι φαίνεται να νομίζουν – γιατί ποτέ δεν μπορούμε να μάθουμε τι σκέφτονται πραγματικά.

3. Αυτό που είμαστε.

Μόνο αυτό που είμαστε έχει πραγματική αξία. Μια καλή συνείδηση, λέει ο Σοπενάουερ, αξίζει περισσότερο από μια καλή φήμη. Ο μεγαλύτερος στόχος μας θα έπρεπε να είναι η καλή υγεία κι ο πνευματικός πλούτος, ο οποίος οδηγεί σε ανεξάντλητα αποθέματα ιδεών, στην ανεξαρτησία και σε μια ηθική ζωή. Η ψυχική μας γαλήνη πηγάζει από τη γνώση ότι αυτό που μας αναστατώνει δεν είναι τα πράγματα, αλλά η ερμηνεία μας για τα πράγματα.

Αυτή η τελευταία σκέψη – ότι η ποιότητα της ζωής μας προσδιορίζεται από το πως ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας, όχι από τις ίδιες τις εμπειρίες – είναι ένα σημαντικό θεραπευτικό δόγμα που ανάγεται στην αρχαιότητα. Κεντρικό αξίωμα στη σχολή του στωικισμού, πέρασε από τον Ζήνωνα, τον Σενέκα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Σπινόζα, τον Σοπενάουερ και τον Νίτσε κι έφτασε να γίνει θεμελιώδης έννοια τόσο στην ψυχοδυναμική όσο και στη γνωστική-συμπεριφορική ψυχοθεραπεία.

Από το βιβλίο του Irvin Yalom, Στον κήπο του Επίκουρου: αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου, Εκδόσεις Άγρα.

Πηγή: https://antikleidi.com/2012/06/30/irvin-d-yalom/

Αρέσει σε %d bloggers: