O ρόλος της Εικόνας και του κοινωνικού Καθρέφτη

13212615

 

Τελευταία, θα έλεγα ότι όλο και πιο έντονα  αναζητώ – ως θεραπευτής – την (επι)κοινωνι(α)κή βαρύτητα και τη σημαντικότητα του ρόλου της Εικόνας στη ζωή των ανθρώπων, των οποίων την ψυχοθεραπευτική εργασία αναλαμβάνω.

Η «Εικόνα», θα έλεγα ότι είναι το ψυχοκοινωνικό εργαλείο που έρχεται να καθρεφτίσει στα μάτια μας τον κοινωνικό μας Εαυτό. Ο κοινωνικός Εαυτός είναι αυτός που «πρέπει» να είναι αποδεκτός – τρόπο τινά – από την κοινωνία και τους κανόνες της, είναι αυτός που έχει ενδοβάλει με μεγάλη επιτυχία τους κοινωνικούς (και αναγκαίους, βέβαια, πολύ συχνά) κοινωνικούς περιορισμούς που σου θυμίζουν ότι πρέπει να είσαι σωστός και συνεπής στους Ρόλους σου. Ως εραστής, σύζυγος, εργαζόμενος, φίλος, γιος ή κόρη, πατέρας ή μάνα, παππούς ή γιαγιά… Η Εικόνα, λοιπόν, θα λέγαμε ότι λειτουργεί ως ένας αποκλειστικός και «πανταχού παρών» Καθρέφτης του κοινωνικού μας εαυτού, του Εαυτού που βλέπουν και «κρίνουν» οι Άλλοι.

Θα λέγαμε εδώ ότι ο «Καθρέφτης» βοηθάει, εν τέλει, συχνά να είναι λίγο θαμπός, λίγο βρώμικος…Έτσι θα αποκαλυφθεί πιο εύκολα η βρωμιά, ο λεκές, η θαμπάδα…Αργά ή γρήγορα θα τον καθαρίσουμε, θα τον γυαλίσουμε, θα τον κάνουμε πάλι για λίγο…»αόρατο»! Θα δράσουμε με άλλα λόγια, θα κινητοποιηθούμε!

Ο Θαμπός Καθρέφτης θα επιτρέψει, θα «ζητήσει» τη καθαριότητά του! Αντίστοιχα, όπως όταν οι άνθρωποι βλέπουμε τα λάθη μας ή τις αδυναμίες μας μέσα από τα μάτια των άλλων και διαμέσου της ανθρώπινης επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης. Αδυναμίες που προσπαθούμε να αναγνωρίζουμε και να αποδεχτούμε σε έναν αγώνα να αγαπήσουμε τον – μη τέλειο και μη θεϊκό – Εαυτό μας.

Ο Αστραφτερός Καθρέφτης, από την άλλη, γίνεται αργά ή γρήγορα μια «καλοστημένη» ναρκισσιστική παγίδα…Ο Καθρέφτης εδώ δεν θα επιτρέψει την ορατότητα – οχι μόνο της θαμπάδας ή της βρωμιάς (που στη τελική ανάλυση δεν υφίσταται, «δεν επιτρέπεται» να υφίσταται-), αλλά ούτε καν της «επιφάνειας» αυτού του Καθρέφτη, του «ορίου» – σε ένα ψυχολογικό επίπεδο. Εδώ, θα λέγαμε ψυχολογικά,  ότι σαμποτάρεται η αξία της αυτοκριτικής , της διάθεσης για εσωτερική εστίαση, της αποδοχής του πραγματικού Εαυτού και  της  ουσιαστικής συναισθηματικής επικοινωνίας με κοντινούς ανθρώπους.

Θα λέγαμε ότι κάποιες φορές απαιτείται να προσεγγίσουμε τον Καθρέφτη μας, να τον αγγίξουμε, να παίξουμε μαζί του…να του κάνουμε και τρεις τέσσερις δαχτυλιές!

Σε μια κοινωνία που τελευταία, μάλλον, πάσχει από κρίσεις πανικού, ο κοινωνικός αυτός  Καθρέφτης μάλλον δε στέκει γερά  για να τον αφήνουμε να μας ακολουθεί παντού και πάντα, χωρίς όρια και με τόσο τυφλή εμπιστοσύνη…

Ίσως είναι βοηθητικό να τον δούμε από κοντά, να τον λερώσουμε λίγο, και μετά με προσοχή να τον καθαρίσουμε. Χωρίς απαραίτητα το τζάμι να γίνει «αόρατο»…μήπως και έτσι δε βουτήξουμε πάλι σε επικίνδυνα ταξίδια Αποπλάνησης εαυτού και άλλων…

Και με προσοχή! Μη πέσει, μη σπάσει!

Και ίσως αν πάμε πολύ κοντά στον Καθρέφτη να διακρίνουμε και πράγματα που θα μας τρομάξουν λίγο ή πολύ…

Η Επίγνωση, όμως, είναι η αρχή της εξέλιξης… !

 

Βαλάντης Χουτοχρήστος – Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής

«Σημεία και Τέρατα!»

teras

 

Τι έρχεται, άραγε, στο νού του καθένα μας όταν ακούει τη λέξη «Τέρας»; Μάλλον κάτι τρομακτικό, απειλητικό, κάτι που συνοδεύει άψογα τη κατασπάραξη…

«Σημείον στα αρχαία ελληνικά σήμαινε γνώρισμα, τεκμήριο, το ρ. σημαίνω είχε την έννοια δείχνω με κάποιο σημείο, εμφαίνω, διαγγέλλω, διακηρύττω. Σήμα ελέγετο και το σημάδι για την αναγνώριση τάφου. Αυτός που δεν ήταν άξιος αναγνώρισης ήταν ασήμαντος. Αυτός που δίνει σημείο, σήμα, σημάδι, σύνθημα ήταν ο σημάντωρ, ο ηγέτης. Όμως η κυρία χρήση του σημείου στην αρχαία ελληνική ήταν το σημάδι που έστελναν οι θεοί. Γνωστές ήταν οι Διοσημίες. Δηλαδή, οι οιωνοί (κατα κανονα κακές προγνώσεις), τα σημεία που έστελνε ο Δίας με κεραυνούς, αστραπές και άλλα μετεωρολογικά.

Τέρας σήμαινε το σπάνιο σημείο, το ασυνήθιστο φυσικό φαινόμενο, το θαύμα, ή ό,τι χρησιμεύει σαν προγνωστικο. Παιλαιοτερα ισως σημαινε και «βασκανία» ή «μαγεία».

«Σημεία και τέρατα» («θεϊκά» σημάδια). Στην ουσία – γλωσσολογικά – η λέξη «σημείο» (=σημάδι) ταυτίζεται με τη λέξη «τέρας». Ωστόσο στη φράση αυτή χρησιμοποιούνται μαζί και οι δύο ταυτόσημες λέξεις χάριν της υπερβολής, μιας γλωσσικής αξίας που κάποιες φορές η γλώσσα μας το επιτρέπει.

Σημείο (=σημάδι), λοιπόν, είναι η αρχική σημασία της λέξης «τέρας» ή της λατινικής λέξης «monstrum» (< monstrum= υπενθυμίζω, δίνω σημεία, τέρατα=τα θεϊκά σημάδια).

 

Άς προσπαθήσουμε τώρα να εκφράσουμε κάποιες σκέψεις μεταφέροντας το σημασιολογικό περιεχόμενο της φράσης σε ένα επίπεδο περισσότερο ψυχοθεραπευτικό. Τι γίνεται άραγε με τα δικά μας, τα εσωτερικά μας «σημεία και τέρατα»…;

 

Δίνοντας μια συμβολική μορφή στο «καταστροφολογικό  ΤΕΡΑΣ»  (που έχει δύναμη και εξουσία), είναι αυτό που ενσαρκώνεται στα (αυτοτιμωριτικής κατεύθυνσης) Λάθη που επαναλαμβάνουμε ξανά και ξανά και διαιωνίζουμε. Και σταδιακά παγιδευόμαστε σε «μαθημένους» φαύλους κύκλους. Φαύλους κύκλους που αργά η γρήγορα αντιλαμβανόμαστε. Εδώ ίσως υπάρξει άγχος, ανασφάλεια και ένα συναίσθημα παγίδευσης. Ή από τη μία θα έρθει η Αποδοχή και η Αλλαγή, ή από την άλλη η Ενοχή,το αυτο -Κατηγορώ και αυτό το ΤΕΡΑΣ, ενα ΤΕΡΑΣ που  είναι εκεί μάλλον για να μας τραβήξει προς τα Κάτω, σαμποτάροντας την Ευτυχία – που ακόμα μπορεί κάποιοι να μην έχουν γνωρίσει -, αλλα τόσο φαντασιώνονται  εξιδανικεύοντας συχνά καταστάσεις, ανθρώπους, ιδέες ή εαυτούς…!

Από τη άλλη, έρχεται το (αρκετά πιο φιλικό!) «ψυχολογικό τέρας» μας όπου, λαμβάνοντας υπόψη και την ετυμολογία της λέξης (τέρας = σημάδι),  είναι ίσως το βοηθητικό και προμηνύον ψυχολογικό σύμπτωμα που, αργά ή γρήγορα, θα αποκαλύψει  την επανάληψη του δυσλειτουργικού, την παγίδα, τον φαύλο κύκλο . Και το «τέρας» (σύμπτωμα) αυτό είναι εκεί για να μας υπενθυμίσει (λατιν. monstrum= υπενθυμίζω) – μέσα σε κλίμα αποδοχής και συγχώρεσης – πως τα Λάθη μας είναι ανθρώπινα και βρίσκονται εκεί για να τα δούμε, να τα αποδεχτούμε και να τα φροντίσουμε. Έτσι, θα ακολουθήσει η Αποδοχή, η Αλλαγή και η Άνοδος!

Δυστυχώς, τα «ΤέΡαΤα» – μάθαμε και από τα παραμύθια – ότι Φοβίζουν και Τρομάζουν!

Και ο Φόβος, σίγουρα, Τρομάζει την Αλλαγή

 

Βαλάντης Χ. – Ψυχολόγος

Θεραπεία δια Αναμνήσεων και Άνοια

remember

 

H Θεραπεία δι’ Αναμνήσεων είναι μια από τις πιο επιτυχημένες μορφές μη φαρμακευτικής παρέμβασης για τον άνθρωπο με άνοια. Βασίζεται στην ανάκληση γεγονότων και εμπειριών από το παρελθόν του ατόμου με στόχο τη νοητική, αλλά και συναισθηματική αναβίωση.

Μνήμες από το παρελθόν έρχονται στην επιφάνεια για να θυμίσουν στον άνθρωπο ότι είναι εδώ και υπάρχει. Έτσι, θα λέγαμε ότι η Θεραπεία δι’ Αναμνήσεων φέρει τον άνθρωπο σε ουσιαστική επαφή με το βιωμένο παρελθόν του, την προσωπική του ιστορία, με αγαπημένα πρόσωπα και οικογενειακές μνήμες από το παρελθόν. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η Θεραπεία δι’ Αναμνήσεων χτίζει μια ουσιαστική και διαλεκτική γέφυρα επικοινωνίας του ατόμου με τον υπαρξιακό του Εαυτό, – που έχει υπάρξει και συνεχίζει να είναι εδώ, να υπάρχει…

Η μέθοδος, λοιπόν, αποτελεί ένα σπουδαίο εργαλείο επαφής του παρελθόντος με το παρόν, του «εκεί και τότε» με το «εδώ και τώρα», εξασφαλίζοντας μια γραμμική συνέχεια στον χρόνο και συμβάλλοντας στον αναγκαίο χωροχρονικό προσανατολισμό των ανθρώπων μας. Θα λέγαμε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος μας δίνει την ευκαιρία να ταξιδέψουμε πίσω στον χρόνο, μέσα όμως από μια δυναμική διαδικασία που επιβεβαιώνει και αναδύει με ζωντάνια το παρόν και το «Υπάρχω!».

Βαλάντης Χουτοχρήστος – Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής 

To «εσωτερικό» μας παιδί…

persona 5(photo: Film «Persona», 1966 – Ingmar Bergman) 

“Όλοι κρύβουμε ένα τραυματισμένο παιδί μέσα μας. Κάποια στιγμή αποφασίζουμε να το φροντίσουμε! Και εκεί ξεκινά το όμορφο ταξίδι…”.

Σίγουρα, όλοι κρύβουμε ένα παιδί μέσα μας..!

 Ένα παιδί που κάποιες φορές μάς θυμίζει πόσο ωραίο είναι να ονειρεύεσαι…

Κάποιες φορές αποπλανεί με τα παιχνίδια και τη φαντασία του, και άλλες οριοθετεί – σαν «άριστος» γονέας» – με κανόνες, πρέπει, ρόλους!

Άλλες φορές είναι αισιόδοξο, και κάποιες άλλες μελαγχολικό.

Μερικές φορές θυμάται και αναπολεί, άλλες προβλέπει και αγωνιά!

Κάποιες φορές γελά, και άλλες κλαίει…

Άλλες φορές σου κλείνει το μάτι, και άλλες στο γουρλώνει!

Μερικές φορές αισθάνεται, ενώ άλλες σκέφτεται.

Άλλες πάλι τιμωρείται, και άλλες τιμωρεί…

Κάποιες φορές κακοποιείται, και άλλες αυτό κακοποεί.

Άλλες φορές ακούει παραμύθια, και υπάρχουν φορές που μαθαίνει για ειδήσεις για πολέμους και φτώχεια…

Ίσως το δεις να φοβάται, και άλλες να γίνεται αδίστακτο!

Πολλές φορές διεκδικεί, και άλλες απαιτεί!

Άλλες φορές αγαπάει, και άλλες μισεί…

Υπάρχουν φορές που είναι καλό, και άλλες κακό. Άλλες φορές προσεύχεται, και άλλες αδειάζει βλασφήμιες…

Τόσες αντιφάσεις και εντάσεις με αυτό το παιδί (δύσκολο, μάλλον, το έργο του γονέα, δε νομίζετε;).

Και το «εσωτερικό» παιδί είναι εκεί, με τα ωραία του και τα άσχημα, τις ομορφιές του και τις ελλείψεις του. Τα καλά του και τα κακά του. Και περιμένει να το φροντίσεις και να το αποδεχείς. Είναι το παιδί που καθηλώθηκε στα τραύματα του, στις απώλειές του, στις στερήσεις του και σε ανεκπλήρωτες επιθυμίες του, στο «εκεί και το τότε».

Το μόνο που σου ζητάει είναι να το αποδεχτείς, να το φροντίσεις, να ζητήσεις συγγνώμη και να συγχωρέσεις, και τελικά να το αφήσεις να μεγαλώσει και να εξελιχθεί…χωρίς να το φθονήσεις..!

 Μεταξύ μας, δε μπορείς να κάνεις και πολλά άλλα…

– είναι το παρελθόν σου…

Βαλάντης Χουτοχρήστος – Ψυχολόγος, Ψυχοθεραπευτής

Η «Σκιά» του Carl Jung

walking-shadow

 

Η Σκιά (shadow) είναι το άθροισμα των πλευρών ενός ανθρώπου με τις οποίες αυτός βρίσκεται σε ρήξη/άρνηση. Η σκιά συνεχώς σαμποτάρει τις ενσυνείδητες αποφάσεις του ατόμου και, επιπλέον, προβάλλεται πάνω στους υπόλοιπους ώστε να εξισορροπήσει την απογοήτευση, και ταυτόχρονα να κρύψει την πραγματική πηγή των αποτυχιών (που είναι η ρήξη με τον εαυτό).

Η αντιπαράθεση του ατόμου με άλλους, που έχουν τις ιδιότητες με τις οποίες το άτομο βρίσκεται σε ρήξη, εξορκίζει την πιθανότητα να τις κατέχει κι ο ίδιος. Η λύση βρίσκεται στην συμφιλίωση με τις πλευρές του εαυτού, με τις οποίες το άτομο βρίσκεται σε ρήξη.Το πρώτο βήμα για τη λύση φυσικά είναι η αναγνώριση της Σκιάς.Η Σκιά γίνεται αντιληπτή μέσω μιας κύριας ένδειξης: Της αυτόματης, αντανακλαστικής συναισθηματικής αντίδρασης (αντίθεση, αποστροφή) απέναντι σε συγκεκριμένες καταστάσεις, ανθρώπους ή γεγονότα. Στις περιπτώσεις αυτές συνήθως η Σκιά έχει προβληθεί πάνω στον εκάστοτε εξωτερικό παράγοντα, δίνοντας στον εξωτερικό (συνήθως) παρατηρητή και την ένδειξη του ποιοί είναι οι παράγοντες ρήξης από τους οποίους αποτελείται η Σκιά.

Ουσιώδης σημείωση: Η Σκιά δεν αποτελείται απαραίτητα από αντικειμενικώς μη-επιθυμητά χαρακτηριστικά (ειδικά σε άτομα με χαμηλή αυτοπεποίθηση). Για παράδειγμα η αυταρχικότητα κάποιου μπορεί να είναι ο πόλεμος του υποσυνείδητού του απέναντι στην (υποτιθέμενη ή μη) ευαισθησία και αδυναμία άλλων, ώστε να αποκρυφτεί η αδυναμία και ευαισθησία του ίδιου του υποκειμένου και να επιβεβαιωθεί η διάστασή του από αυτήν.

Ο Γιούνγκ λέει ότι όσο λιγότερο αναγνωρίζει ενσυνείδητα το άτομο την Σκιά του και όσο λιγότερο ενσωματωμένη είναι στην ενσυνείδητη ζωή του, τόσο πιο σκοτεινή και παχιά είναι η Σκιά. Και όσο πιο σκοτεινή και παχιά γίνεται, τόσο περισσότερη δύναμη αποκτάει, δηλαδή τόσο περισσότερο είναι σε θέση να πραγματώνεται δια της προβολής. Και όσο συμβαίνει αυτό, τόσο μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ Εγώ και Πραγματικότητας.

Η Σκιά όμως αναγνωρίζεται από τον Γιούνγκ και ως δημιουργική δυναμική. Προφανώς η ένταση που δημιουργεί το χάσμα Εγώ – Πραγματικότητας θα εξωτερικευθεί: Μπορεί στην τέχνη, μπορεί στον πόλεμο.

 
Πηγή: Φιλοσοφικό Σημειωματάριο

«Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας» – απόσπασμα

22125

συγγραφέας: Alice Miller, εκδ. Ροές

«…Η ζωή του καθενός είναι γεμάτη από ψευδαισθήσεις, ίσως επειδή η αλήθεια συχνά μας φαίνεται αβάσταχτη. Κι όμως, η αλήθεια είναι τόσο αναγκαία, που η άγνοιά της έχει υψηλό κόστος, το οποίο μπορεί να εμφανιστεί με την μορφή σοβαρών ασθενειών. Χρειάζεται λοιπόν να προσπαθήσουμε, ακολουθώντας μια μακροχρόνια διαδικασία, να ανακαλύψουμε τη δική μας προσωπική αλήθεια, μια αλήθεια που μπορεί να μας προκαλέσει πόνο πριν μας προσφέρει μια νέα αίσθηση ελευθερίας. Αν, αντίθετα, επιλέξουμε να αρκεστούμε σε μια διανοητική γνώση,  θα παραμείνουμε στη σφαίρα των ψευδαισθήσεων και της εξαπάτησης του εαυτού μας.

Δεν μπορούμε να σβήσουμε τις ζημιές που έγιναν μέσα μας κατά την παιδική μας ηλικία, αφού δεν μπορούμε να αλλάξουμε ούτε στο παραμικρό το παρελθόν μας. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε και να αναδιοργανώσουμε τον εαυτό μας και έτσι να ξανακερδίσουμε τη χαμένη μας ενότητα, αν αποφασίσουμε να κοιτάξουμε από πολύ κοντά και να συνειδητοποιήσουμε τη γνώση που έχουμε αποθηκεύσει στο σώμα μας για αυτά που έγιναν στο παρελθόν.

Αυτός ο δρόμος σίγουρα δεν είναι εύκολος, σε πολλές περιπτώσεις όμως είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε επιτέλους να αφήσουμε πίσω μας την αόρατη και απάνθρωπη φυλακή της παιδικής μας ηλικίας.

Μόνο έτσι μπορούμε να μετατρέψουμε τον εαυτό μας από το ανίδεο θύμα που ήταν στο παρελθόν σε υπεύθυνο άτομο, που γνωρίζει τη δική του ιστορία και μπορεί να ζήσει μαζί της.

Οι περισσότεροι άνθρωποι όμως κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Δεν θέλουν να γνωρίζουν τίποτα από την προσωπική τους ιστορία και έτσι δεν συνειδητοποιούν ότι, στην ουσία, η ιστορία τους τους  καθορίζει συνεχώς στο παρόν. Συνεχίζουν να ζουν μέσα στην απωθημένη και ανεπίλυτη κατάσταση που παγιώθηκε στην παιδική τους ηλικία. Δεν συνειδητοποιούν ότι φοβούνται και αποφεύγουν κινδύνους οι οποίοι, παρ’ όλο που κάποτε ήταν πραγματικοί, εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει να είναι. Καθοδηγούνται από ασυνείδητες αναμνήσεις και απωθημένα συναισθήματα και ανάγκες, τα οποία, όσο παραμένουν ασυνείδητα και αξεδιάλυτα, συχνά καθορίζουν, με σχεδόν διαστροφικό τρόπο, καθετί που κάνουν ή δεν κάνουν…»

Νάρκισσος

 

img_narcissus

 

Νάρκισσος… ο νεαρός που ερωτεύτηκε την ίδια του την όψη! Γιατί να θεωρείται ατόπημα κάτι τέτοιο!; Πιθανόν γιατί σπατάλησε την ενέργεια της αγάπης επί ματαίω, μεταφέροντάς την σε κάτι εφήμερο και στατικό όπως μία εικόνα! Μία εικόνα την οποία με τόσο θαυμασμό αντίκρυζε στην γαληνεμένη λίμνη, χωρίς να σκεφτεί πως όταν ο χρόνος πάρει ένα βότσαλο και το πετάξει μέσα της, διαταράσσοντας έτσι τα νερά της, η εικόνα αυτή θα ζαρώσει…
Είναι πολύ εύκολο ο άνθρωπος να καταστεί έρμαιο της εικόνας τελικά. Τον φυλακίζει η όψη της παραπλανώντας τους οφθαλμούς! Toν ναρκ-ώνει! Τί κρύβεται όμως πίσω από αυτήν; Μία απλή επιφάνεια καμβά… σκίζοντάς την θα δεις έναν λευκό τοίχο, ή μήπως ένα βαθύ και σκοτεινό πέρασμα που σε ανταμείβει με φως εκεί όπου καταλήγει; Θα πρέπει να την καταστρέψεις για να το ανακαλύψεις! Να αφήσεις το πέπλο της να πέσει όπως πέφτει το αραχνοϋφαντο φόρεμα της νύμφης την ώρα που ετοιμάζεται για το λουτρό της, φανερώνοντας το εκπάγλου καλλονής θέαμα που έκρυβε! Μας είναι όμως πολύ δύσκολο να ελευθερωθούμε από τα δεσμά της. Δεν μπορούμε να την αγνοήσουμε, αδυνατούμε να λησμονήσουμε μία θεά, την οποία εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε! Εμείς θα ορίσουμε το πότε θα αλλαξοπιστήσουμε αρκεί να μάθουμε να βλέπουμε με ακτίνες X!
Ζούμε στην εποχή της εικόνας! Μας κατακλύζουν από παντού! Οι άνθρωποι κατέληξαν να κυκλοφορούν στους δρόμους, έχοντας για κεφάλι ένα πλακάτ με κολλημένη πάνω την πιο όμορφη φωτογραφία τους. Μπαίνουν στο σπίτι… αφήνουν το πλακάτ και βλέπουν την φωτογραφία τους φορεμένη τώρα πια από μία οθόνη-μία στέρεη λίμνη. Την θαυμάζουν όπως ο Νάρκισσος θαύμαζε τον εαυτό του στα νηφάλια νερά. Φροντίζουν η λίμνη τους να είναι αψεγάδιαστη για να αναδείξει ακόμη πιο πολύ την εικόνα τους, έτσι ώστε κανένα βότσαλο να μην μπορεί να την παραμορφώσει.
Καταδικάζουμε τον Νάρκισσο αλλά δεν απέχουμε και πολύ από αυτόν. Για να μην πέσουμε θύματα του ίδιου μας του εαυτού, για να μην μπορέσει η ίδια μας η εικόνα να μας αφανίσει, θα πρέπει να ψάξουμε τον αντικατοπτρισμό μας σε μία εσωτερική λίμνη. Το μόνο που απαιτείται είναι μία στροφή 180 μοιρών των οφθαλμών μας. Ας γνωρίσουμε το είναι μας και κάθε είδους κάτοπτρο θα είναι περιττό. Ας αφήσουμε κάποιες φορές τους γύρω μας να διδραματίσουν αυτόν τον ρόλο. Ας γίνουν η λίμνη μέσα από την οποία θα αναδυθεί η όψη μας, η οποία ίσως μας φανερωθεί καλύτερη από αυτήν που περιμέναμε και πιο αληθινή!

 

Ο μύθος έχει ως εξής: Ο Νάρκισσος ήταν από τις Θεσπιές, γιος της θαλάσσιας νύμφης Λειριόπης, την οποία ο ποταμός-θεός Κηφισός την είχε κάποτε περιπλέξει στα ρεύματά του και την είχε διαφθείρει. Ο μάντης Τειρεσίας είπε στην Λειριόπη, το πρώτο πρόσωπο που τον συμβουλεύτηκε ποτέ:
– Ο Νάρκισσος θα ζήσει ως τα βαθειά γεράματα, αρκεί να μην γνωρίσει ποτέ τον εαυτό του.
Ο καθένας θα μπορούσε δικαιολογημένα να ερωτευτεί τον Νάρκισσο, ακόμη κι όταν ήταν παιδί, ενώ όταν έφτασε στα δεκάξι του, ο δρόμος του ήταν στρωμένος με ερωτοχτυπημένους και των δύο φύλων, τους οποίους αυτός είχε άσπλαχνα απορρίψει, διότι ο Νάρκισσος έτρεφε πεισματική υπερηφάνεια για την ομορφιά του.
Ανάμεσα στους ερωτοχτυπημένους ήταν και η νύμφη Ηχώ, που δεν μπορούσε πλέον να χρησιμοποιήσει την φωνή της παρεκτός για να επαναλαμβάνει τις κραυγές των άλλων. Κάποια μέρα λοιπόν, όπου ο Νάρκισσος βγήκε να στήσει δίχτυα για ελάφια, η Ηχώ τον ακολούθησε κλεφτα μέσα στο απάτητο δάσος , γεμάτη λαχτάρα να του απευθύνει τον λόγο, αλλά ανήμπορη να μιλήσει πρώτη. Τελικά ο Νάρκισσος βλέποντας ότι είχε ξεκόψει από τους συντρόφους του, φώναξε:
– Είναι κανείς εδώ?
– Εδώ! Αποκρίθηκε η Ηχώ, πράγμα που τον εξέπληξε δεδομένου ότι γύρω δεν υπήρχε ψυχή.
– Έλα!
– Ελα!
– Γιατί με αποφεύγεις;
– Γιατί με αποφεύγεις;
– Έλα κοντά μου!
– Έλα κοντά μου! Επανέλαβε η Ηχώ, και γεμάτη χαρά όρμησε από την κρυψώνα της για να αγκαλιάσει τον Νάρκισσο. Εκείνος όμως την έδιωξε απότομα κι έτρεξε μακριά.
– Καλύτερα να πεθάνω παρά να πλαγιάσουμε μαζί! φώναξε.
– Να πλαγιάσουμε μαζί! Παρακάλεσε η Ηχώ. Αλλά ο Ν άρκισσος είχε φύγει και η Ηχώ πέρασε την υπόλοιπη ζωή της σε έρημα φαράγγια, λιώνοντας από έρωτα και λύπη, ώσπου απέμεινε μόνο η φωνή της.
Κάποια μέρα, ο Νάρκισσος έστειλε ένα ξίφος στον Αμίνιο, τον περισσότερο επίμονο μνηστήρα του. Αυτός σκοτώθηκε στο κατώφλι του Νάρκισσου, παρακαλώντας τους θεούς να πάρουν εκδίκηση για τον θάνατό του. Η Άρτεμις εισάκουσε την παράκληση κι έκανε τον Νάρκισσο να ερωτευτεί, αλλά του στέρησε την ολοκλήρωσή του έρωτά του. Στον Δονακώνα των Θεσπιών ο Νάρκισσος έφτασε σε μία πηγή λαγαρή σαν ασήμι, που ουδέποτε την είχαν ταράξει βόδια, πουλιά, ή αγρίμια και ούτε καν κλωνάρια που να πέφτουν από τα δέντρα που την σκίαζαν. Καθώς λοιπόν, ρίχτηκε αποκαμωμένος στη χλοερή της όχθη για να σβήσει την δίψα του, ερωτεύτηκε το είδωλό του μέσα στο νερό. Την αρχή δοκίμασε να αγκαλιάσει και να φιλήσει το όμορφο αγόρι που είχε απέναντί του, αλλά δεν άργησε να αναγνωρίσει τον εαυτό του κι έμεινε ξαπλωμένος να ατενίζει συνεπαρμένος μέσα στην λιμνούλα με τις ώρες. Πώς μπορούσε ο Νάρκισσος να αντέξει σ΄αυτήν την κατάσταση, να κατέχει το ίνδαλμά του και μολοντούτο να μην το κατέχει; Η λύπη τον κατέτρωγε κι όμως αυτός χαιρόταν το μαρτύριό του, ξέροντας τουλάχιστον ότι ο άλλος εαυτός του θα του έμενε πιστός, ό,τι κι αν του συνέβαινε.
Η Ηχώ, αν και δεν είχε συγχωρήσει τον Νάρκισσο, θλιβόταν μαζί του. Γεμάτη συμπόνια αντιλάλησε « Αλίμονο! Αλίμονο! » καθώς εκείνος βύθιζε το εγχειρίδιο στο στήθος του, και τέλος « Ώ, έχε γεια, αγόρι που μάταια σε αγάπησα!» καθώς εκείνος ξεψυχούσε. Το αίμα του Νάρκισσου πότισε το χώμα, και φύτρωσε ο άσπρος νάρκισσος με την κόκκινη στεφάνη, από τον οποία βγάζουν στην Χαιρώνεια αλοιφή βάλσαμο.

Ψάχνοντας τον Άγιο Βασίλη…

 

Santa-Claus-christmas-2736331-800-600

 

(πηγή: http://www.psychografimata.gr)

Συγγραφέας: Νίκος Κουσούλης, 23/12/11

Είχα λίγες ημέρες ακόμα για να γράψω μια χριστουγεννιάτικη ιστορία. Από την αρχή που άκουσα τα νέα για το άρθρο που μου ανατέθηκε ένιωσα πολύ περίεργα. Ένιωσα ότι δεν ήμουν ο κατάλληλος για να το κάνει. Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που είχα μπει στο πνεύμα των Χριστουγέννων.

Η καθημερινότητα και τα προβλήματα με είχαν ρουφήξει μέσα τους σε μια αδυσώπητη «μαύρη τρύπα» από την οποία δεν έβρισκα διέξοδο. Ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ο Άγιος Βασίλης είναι μέσα στον καθένα μας, τα τελευταία χρόνια ήταν δύσκολα. Η δουλειά σε αποξενώνει και η κούραση σε απομονώνει. Όσες λιγοστές ώρες μου έμεναν ελεύθερες από τη δουλειά τις περνούσα online κουβεντιάζοντας με ανθρώπους που δεν είχα δει ποτέ στις διάφορες διαδικτυακές κοινότητες. Ούτε εγώ δεν θυμόμουν πόσο καιρό είχα να πάω σε κάποιο μπαράκι να πιω ένα ποτό με φίλους.

Αρκετές μέρες τώρα απορούσα αν ήμουν ο κατάλληλος για να γράψω μια ιστορία για τον Άγιο Βασίλη. Οι ώρες περνούσαν, ο χρόνος πια πίεζε και η έμπνευση δεν ερχόταν. Αποφάσισα να καταφύγω στην τελευταία λύση που μπορούσα να σκεφτώ. Ίσως ένα κόλπο που θα με έκανε να βρω κάτι να γράψω. Ντύθηκα και απρόθυμα βγήκα έξω.

Μια βόλτα στη στολισμένη Αθήνα ίσως με έκανε να αναθεωρήσω τα πράγματα, ίσως με έκανε να δω τον Άγιο Βασίλη. Ανέβηκα τον δρόμο της αγοράς στο Μοσχάτο. Δεν μπορώ να πω ότι τα πράγματα ήταν όπως τα περίμενα. Οι δρόμοι ήταν στολισμένοι, κάθε δέντρο με φωτάκια, χριστουγεννιάτικα τραγούδια να παίζουν από τα μεγάφωνα. Όμως, κάτι έλειπε. Ο κόσμος λίγος, τα πρόσωπα παγωμένα και μαγκωμένα, οι καταστηματάρχες σε ακόμα χειρότερη κατάσταση, να μοιάζουν σαν να «πνίγονται». Δεν βοηθούσαν…

Αφού πέρασα τα συνοικιακά καταστήματα χωρίς να μπορώ να βρω τίποτα που θα μου άλλαζε τη διάθεση, πήγα προς το σταθμό. Πήρα το τρένο, κατέβηκα στο κέντρο. Περπάτησα από την Ομόνοια ως το Σύνταγμα, η Αθήνα ήταν στολισμένη, αλλά στα βλέμματα έμοιαζε λες και ήθελε απλώς να κρύψει την πίκρα της. Μια ατμόσφαιρα άγχους, πίεσης, στενότητας. Τίποτα δεν βοηθούσε για να μπούμε στο κλίμα των ημερών. Το 2011 και τα όσα έγιναν, μνημόνιο, μειώσεις και τα όσα περιμέναμε να έρθουν. Πορτοφόλια άδεια και καρδιές να κρυώνουν. Ή ίσως, απλώς, έτσι ήμουν εγώ.

Περπάτησα στο Σύνταγμα, κατέβηκα την Ερμού. Κι όμως, τίποτα…

Φτάνοντας στο Μοναστηράκι ήμουν πια σίγουρος ότι εγώ είχα το πρόβλημα. Δεν έβλεπα τίποτα χριστουγεννιάτικο, απλώς στολισμένα δέντρα, βιτρίνες με ψεύτικο χιόνι και σκουφάκια κόκκινα κι άσπρα. Πήρα πάλι το τρένο. Τελευταία προσπάθεια πριν το τηλεφώνημα ότι δεν μπορώ να γράψω.

Ένα κατάστημα παιχνιδιών στο εμπορικό κέντρο. Ίσως εκεί να μου έδειχναν τα Χριστούγεννα. Μπήκα μέσα. Γονείς με παιδιά, μπαμπάδες και μαμάδες μόνοι τους, μεγάλοι αδερφοί και αδερφές, όλοι έψαχναν παιχνίδια. Όμως, όλοι έμοιαζαν σαν να βρίσκονται σε έναν κόσμο υπολογισμών και πράξεων. Κάθε διάδρομος με παιχνίδια αντί να τους καλεί τους «τρόμαζε». Απογοητευμένος, φόρεσα ξανά τα γάντια στα χέρια και γύρισα προς την πόρτα.

Περνώντας από το ταμείο δεν μπόρεσα παρά να σταθώ δίπλα στο πιτσιρίκι που κρατούσε ένα τεράστιο κουτί στα χέρια του και παρακαλούσε τη μαμά του. Το θέαμα του μικρού με το κουτί, που του έφτανε πάνω από τη μέση, στα χέρια με έκανε να σταματήσω. Ομολογώ πως έμοιαζε χριστουγεννιάτικο. Ο μικρός με μεγάλη δυσκολία μπορούσε να το σηκώσει προσπαθώντας να το δώσει στη μάνα του, χαμογελώντας και παίζοντας.

Εκείνη κρατούσε δυο-τρία πράγματα στα χέρια και τον κοιτούσε απεγνωσμένη. Είναι δύσκολο να εξηγήσεις τα οικονομικά σου προβλήματα σε ένα παιδί έξι χρονών. Και δεν θα έπρεπε κιόλας να τα μάθει.

Ακουμπώντας τα πράγματα στο ταμείο, έσκυψε και άρχισε να του μιλά σιγά. Του είπε ότι δεν είχαν λεφτά για άλλα, του είπε ότι θα έπρεπε να είναι χαρούμενος έστω με αυτά που πήραν για τα οποία ο μπαμπάς δούλευε όλη μέρα, του είπε ότι ίσως μπορέσουν του χρόνου να πάρουν το μεγάλο κουτί. Εκείνος την κοιτούσε και τα μάτια του σκοτείνιασαν. Δεν έκλαψε, δεν γκρίνιαξε, δεν κουνήθηκε καν. Απλώς άφησε το κουτί στο πάτωμα και της έπιασε το χέρι. Τα μάτια του έμοιαζαν βουρκωμένα και με βλέμμα πολύ πιο ώριμο από αυτό που θα έπρεπε να έχουν στην ηλικία του. Ίσως, πάλι, μόνο σε μένα.

Του ζήτησε να πάει το κουτί στη θέση του, αλλά η ταμίας, βλέποντας ότι ήταν σε δύσκολη θέση της είπε να το αφήσει εκεί, ότι θα το επέστρεφε εκείνη. Η μητέρα έσκυψε, φίλησε το γιο της και του είπε μια λέξη που εκείνος οπωσδήποτε δεν θα μπορούσε να καταλάβει στην ηλικία που ήταν: «Ευχαριστώ».

Πλήρωσαν, πήραν τη σακούλα κι άρχισαν να περπατούν προς τα έξω. Ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι ήμουν ακόμη εκεί. Ότι είχα σταματήσει τόση ώρα, ότι κοιτούσα τη σκηνή που με είχε τραβήξει. Ίσως ήταν η ωριμότητα με την οποία το παιδί σταμάτησε και άκουσε τη μάνα του, ίσως η ηρεμία με την οποία εκείνη γονάτισε, του εξήγησε ότι δεν είχαν άλλα λεφτά για δώρα και του ζήτησε να καταλάβει…

Αυτά δεν ήταν Χριστούγεννα.

Έκανα ένα γρήγορο βήμα προς το ταμείο. Διέκοψα τον πελάτη που πλήρωνε και είπα στην κοπέλα: «Πόσο κάνει;», δείχνοντας το κουτί που κρατούσε ο μικρός. «Σε παρακαλώ πήγαινέ το στον πιτσιρικά και πες του κάτι καλό για τα Χριστούγεννα, ότι κέρδισε ένα δώρο από τον Άγιο Βασίλη».

Εκείνη τους πρόλαβε στην πόρτα σχεδόν. Είχα ήδη αρχίσει να βγαίνω προς τα έξω όταν την άκουσα να λέει στη μητέρα και στο μικρό, δίνοντάς του το κουτί: «Ήσασταν οι τυχεροί πελάτες της ημέρας! Τώρα με ειδοποίησαν. Κερδίσατε ένα δώρο από τον Άγιο Βασίλη. Είδα πόσο άρεσε στο παιδί σας αυτό και πήρα την πρωτοβουλία να σας το φέρω, αντί να διαλέξετε μόνοι σας κάτι». Ύστερα, γυρνώντας προς τον πιτσιρικά του είπε: «Είναι Χριστούγεννα μικρέ! Ο Άγιος Βασίλης μάλλον σε αγαπάει που ακούς τη μητέρα σου. Ίσως γι’ αυτό κέρδισες!».

Περνούσα από δίπλα τους όταν ο μικρός είχε αγκαλιάσει το κουτί και η μητέρα του κοιτούσε μία την ταμία, μία τον γιο της, αποσβολωμένη. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει. «Σε ευχαριστώ. Χρόνια πολλά».

Χαμογέλασα φτιάχνοντας το γιακά μου, φεύγοντας από το κατάστημα. Για πρώτη φορά μέσα στη μέρα πραγματικά άκουσα τη μουσική από τα μεγάφωνα του καταστήματος. Ο Bruce Springsteen με ρωτούσε «Do you believe in Santa Claus?».

Ο ήχος από ένα ντέφι πίσω μου έμοιαζε με τα κουδουνάκια από το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη. Δεν γύρισα καν να κοιτάξω. Ήμουν σίγουρος. Ήξερα ότι ήταν αυτός. Άλλωστε, ήταν Χριστούγεννα…

Νοηματοδότηση και Στάσεις Ζωής

 

 

 

πηγή: http://www.gignesthai.gr

Κατά την van Deurzen (Existential Psychotherapy and Counselling, 2002) οι στάσεις ζωής χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες:

Umwelt – Η ΦΥΣΙΚΗ διάσταση αφορά την σχέση μας με το σώμα μας και το φυσικό περιβάλλον. Πρέπει να καθορίσουμε την στάση μας απέναντι στα βιολογικά δεδομένα που ΚΑΘΟΡΊΖΟΥΝ και ΠΕΡΙΟΡΊΖΟΥΝ την ύπαρξή μας, λ. χ. η σωματική μας διάπλαση, ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι αισθήσεις μας, η υγεία μας, η περατότητά μας, η δυνατότητες δράσεις και αντιδράσεις, τα ένστικτα και η διαίσθησή μας, σχέση μας με την τροφή, την άθληση, την σεξουαλικότητα, την τεκνοποίηση, κ.ο.κ. Η σημαντικότητα αυτής της διάστασης πηγάζει από το γεγονός ότι η ύπαρξή μας είναι σωματοποιημένη (embodied).

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ – άτομα που αποζητούν σχέσεις σαν μέσο επιβεβαίωσης ελκυστικότητας τους, άτομα που αυτοτραυματίζονται προς επιβεβαίωση της ύπαρξής τους ή που αποζητούν τον θάνατο, τα προβλήματα διατροφής, η χρήση σωματικών συμπτωμάτων για κάλυψη αδυναμιών, μη αποδοχή της ασθένειας και του θανάτου, κ.ο.κ.

Mitwelt – Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ διάσταση αφορά την σχέση μας με τους άλλους στις κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές και ιστορικές συνθήκες που διέπουν την ύπαρξή μας. Καλούμεθα να ορίσουμε την θέση μας μεταξύ των αντιθέτων πόλων: εγωισμού και αλτρουισμού, αγάπης και μίσους ή αδιαφορίας, επιβολής και υποταγής, ομοιότητας και διαφοράς, προσέγγισης και αποξένωσης, δεκτικότητας και απόρριψης. Στόχος δεν είναι να προσκολληθούμε σε έναν πόλο, αλλά να αξιοποιούμε ευέλικτα και τις δύο δυνατότητες, ανάλογα με τις συνθήκες.

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ – άτομα με δυσκολίες προσαρμοστικότητας στις σχέσεις τους με τους άλλους, που «κρύβονται» πίσω από μάσκες επιθετικότητας ή τυπικότητας, που αποσύρονται σωματικά ή ψυχικά ή καταφεύγοντας σε ουσίες.

Eigenwelt – Η ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ διάσταση αφορά την σχέση με τον εαυτό μας και με τους οικείους μας. Βασίζεται στα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις ιδέες, τις δυνάμεις και τις αδυναμίες μας, τους στόχους μας και τον χαρακτήρα που διαμορφώνουμε Χωρίς αυτήν την γνώση του εαυτού μας, είναι αδύνατο να δράσουμε δημιουργικά ή να έχουμε μία πραγματική σχέση οικειότητας με κάποιον άλλον όπου θα μπορούμε να «είμαστε» με τον άλλον, να μοιραζόμαστε τον εσωτερικό μας κόσμο χωρίς να χρειάζεται να «αποδείξουμε» ο,οτιδήποτε

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ – άτομα που «δεν νοιώθουν άνετα στο πετσί τους», που πορεύονται χωρίς να γνωρίζουν αν πραγματικά θέλουν αυτό που πράττουν και αν πράττουν αυτό που θέλουν, άτομα που δεν γνωρίζουν ποιοι είναι που έχουν γίνει μονοδιάστατοι, χωρίς ζωτικότητα και δημιουργικότητα, που νοιώθουν «άδειοι» και κολλάνε σε άγονες επαναληπτικές ρουτίνες.

Überwelt – Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ διάσταση αφορά τις αξίες μας: ηθικές, πνευματικές, περιβαλλοντολογικές, πανανθρώπινες. Αποτελείται από την στάση μας απέναντη στην ζωή, στο νόημα που δίνουμε στην ύπαρξή μας, στις αξίες βάσει των οποίων αξιολογούμε, δικαιολογούμε, ιεραρχούμε και κατευθύνουμε τις πράξεις μας. Τι είναι τόσο σημαντικό για μας που θα δίναμε και την ζωή μας υπερασπίζοντάς το;

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ – άτομα που ψάχνουν τον εαυτό τους με έναν περιορισμένο και εγωκεντρικό τρόπο, που δυσκολεύονται να ξεχωρίσουν αξίες τις οποίες απλά μιμήθηκαν από αξίες που οι ίδιοι επιλέγουν, άτομα που διστάζουν να επιλέξουν τον δικό τους δρόμο και νοιώθουν «υπαρξιακή ενοχή» διότι δεν έχουν εκπληρώσει το χρέος τους προς την ύπαρξη.

Η Μαργαρίτα Καραπάνου, η τέχνη, η απώλεια και η ελπίδα – Mια συνέντευξη της Φωτεινής Τσαλίκογλου.

 

(πηγή: http://www.psychografimata.com)

 


 

«Ποτέ άλλοτε το «δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει» δεν ήταν τόσο κυριολεκτικό.»

Συνέντευξη στην Ελεάνα Πανδιά, Επικοινωνιολόγο, ΜΑ, Υπ. Διδάκτωρ Παντείου

Στο τεύχος Σεπτεμβρίου του λογοτεχνικού περιοδικού «Διαβάζω» φιλοξενήθηκε ένα ειδικό αφιέρωμα στη  λογοτέχνιδα Μαργαρίτα Καραπάνου. Εξ’αφορμής αυτού του αφιερώματος στο οποίο γράφει η καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και συγγραφέας κ. Φωτεινή Τσαλίκογλου, συζητάμε για την απώλεια, το θάνατο, το φόβο, την τέχνη και την ελπίδα.

– Στην  αρχική σελίδα του διαδικτυακού μας περιοδικού «Ψυχο-γραφήματα» έχουμε μια φράση του Γάλλου ζωγράφου Georges Braques που πρεσβεύει πως  η τέχνη είναι καμωμένη για να ταράζει και η επιστήμη για να καθησυχάζει. Εσείς  μιας και εισάγατε το μάθημα «Κλινική ψυχολογία και Λογοτεχνία» στο πρόγραμμα σπουδών του τμήματος  Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου πώς  βλέπετε τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη και την ψυχολογία;

Η τέχνη ταράζει το στενό ρούχο με το οποίο η επιστήμη επιχειρεί να προσεγγίσει το σώμα της αλήθειας. Μιαν αλήθεια όμως  αναζητούν και οι δυο, τέχνη και επιστήμη, μια αλήθεια που κρύβεται μέσα  και έξω μας, την αποκρυπτογράφηση του εσωτερικού και εξωτερικού  μας  κόσμου. Μόνο που καθώς η τέχνη νοιάζεται για να εμπνεύσει και η επιστήμη για να αποδείξει, η σχέση τους, αν τύχει και συναντηθούν, μοιάζει με την  ερωτική σχέση δυο ξένων καταδικασμένων μετά από σύντομες συνευρέσεις να χωρίσουν αφού προηγουμένως όμως ο ένας έχει αφήσει κάποιο ίχνος του στον άλλον.

– Στο μάθημά σας στο πανεπιστήμιο, το έργο της Μαργαρίτας Καραπάνου έχει σημαντική θέση. Τι σας  συγκινεί  σε κάθε ανάγνωση ;

Ο μοναδικός τρόπος που έχει η συγγραφέας Μαργαρίτα Καραπάνου να ταράζει τις καθιερωμένες αλήθειες μας, τις κυρίαρχες απόψεις για  την οικογένεια, την τρυφερότητα, τη μητρότητα, τον έρωτα, το θάνατο, τα τινάζει ολα στον αέρα για να μας τα επιστρέψει πίσω μέσα σε μια άλλη συγκλονιστική αληθινότητα. Η διαταρακτική της αληθινότητα. Ένα ήθος, μια πρόταση αυθεντικής ύπαρξης έξω απο την ευτέλεια και τη φτώχεια των ημερών μας. Η υπενθύμιση της λογοτεχνίας σαν τρόπος υπέρβασης του μικρόψυχου κόσμου που μας περιβάλλει.

– Πιστεύετε ότι ένας συγγραφέας αποκαλύπτεται μέσα στο έργο του;

Αποκαλύπτεται σε κάθε του έργο για να χαθεί εκ νέου στο επόμενο, κι έτσι απο έργο σε έργο να συλλάβει στο τέλος ενα πρόσωπο καταδικασμένο συνεχώς να του διαφεύγει.

– Έχετε κάνει  το ντοκιμαντέρ «Η τρέλα τόσο μακριά, τόσο κοντά», την «Άλλη όχθη» με στόχο την άρση του στίγματος που συνοδεύει την τρέλα, αλλά και την ανάδειξη της φωνής, του λόγου του ανθρώπου που υποφέρει. Καθώς  πολλοί σημαντικοί δημιουργοί έπασχαν από κάποια ψυχική διαταραχή,  η ψυχική νόσος συνδέεται από κάποιους με τη δημιουργία, με αποτέλεσμα άλλοτε να απαξιώνεται κι άλλοτε να αποθεώνεται το έργο τους. Εσείς τι βαθμό συσχέτισης αποδίδετε στην τέχνη και την ψυχική ασθένεια;

Η ψυχική ασθένεια δεν γεννά από μόνη της τέχνη. Όταν η οδύνη σού τρώει τα σωθικά, η μετουσίωση κινδυνεύει να γίνει  σιωπή έργου και άναρθρη κραυγή. Κι όμως ταυτόχρονα έχει δίκιο ο Αρτώ όταν ισχυρίζεται ότι κανείς ποτέ  δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τίποτα παρα μόνο για να βγει απο την κόλαση.

– Η  Μαργαρίτα Καραπάνου στο βιβλίο που συν –γράψατε  «Μήπως;» αντιπαραβάλλει την περιέργεια για το παρακάτω  για τη συνέχεια της ζωής – όπως αγωνιούμε για το ξετύλιγμα της πλοκής ενός βιβλίου-  ως αντίδοτο στο θάνατο. Εσείς  στο ίδιο βιβλίο, θέλετε να ακυρώσετε το θάνατο, να μην υπάρχει. Πώς μπορούμε να «ξορκίσουμε» τους μικρούς και μεγάλους θανάτους γύρω μας;

Ο φόβος του θανάτου είναι « η μόνη προφητεία» που δεν διαψεύδεται  ποτέ. Ο Ξορκιστής θανάτου είναι ενας κομπιναδόρος θεραπευτής. Τον χρειάζομαι αλλά δεν τον υπολύπτομαι.

– Η Μαργαρίτα Καραπάνου στο «Lee και Lou» γράφει για μια κοινωνία σκύλων με ανισότητες  και  ανάδειξη του χρήματος σε ύψιστο αγαθό αλλά και για τον έρωτα ως φάρμακο και την τέχνη ως λύτρωση. Στο συγκεκριμένο βιβλίο – κατά τη γνώμη μου ένα βαθιά πολιτικό βιβλίο-  σκιαγραφεί την τελευταία δεκαετία, προβλέποντας ίσως αυτό που ζούμε τώρα. Εσείς πως χαρακτηρίζετε την καθημερινότητα του σήμερα;

Αφόρητη στην αβεβαιότητα της επόμενης στιγμής που κυοφορεί. Ποτέ άλλοτε το «δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει» δεν ήταν τόσο κυριολεκτικό. Μια κυριολεξία βομβα στα σωθικά μας.

– Σε μια τόσο δύσκολη πολιτική και οικονομική συγκυρία πώς επηρεάζεται  η ψυχικη υγεία;

Πολλαπλά,  με ορατούς και λιγότερο ορατούς τρόπους. Με αδυναμία επιβίωσης που οδηγεί στην  αύξηση των αυτοκτονιών, σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές,  αλκοόλ, εξαρτήσεις από κάθε λογής ουσίες, με βίαιες συλλογικές και ατομικές εκρήξεις, με δημιουργία αποδιοπομπαίων τράγων, με επιλογή του μίσους απέναντι  στον «άλλον» ως εκδοχή ζωής, με το πάγωμα της σκέψης και του συναισθήματος και πάνω απ’όλα με τον  κίνδυνο να αδειάσουμε  από όλα εκείνα τα στοιχεία που μέχρι πρότινος συνιστούσαν το ανθρώπινο κέλυφός μας. Με λίγα λόγια η εποχή μας γεννά τέρατα. Όλο το ζήτημα είναι η επινόηση τρόπων εξολόθρευσής τους.

– Στο  βιβλίο σας «Το χάρισμα της Βέρθας», γράφετε για ένα κορίτσι μέσα σ’έναν κόσμο που τον καταπίνει η σκιά της απώλειας του αδερφού της. Οι αποχρώσεις της ζωής επανέρχονται όταν ανακαλύπτει την τέχνη και τον έρωτα. Μπορούν ο έρωτας και η τέχνη να νικήσουν το θάνατο;

Στο βιβλίο μου η νεαρή Βέρθα που έζησε το θάνατο του μικρού της αδελφού και την καταβύθιση  της μητέρας της στην κατάθλιψη,  έρχεται σε επαφή με το θαύμα της τέχνης, μυείται στο έργο και στις παράξενες ζωές σπουδαίων δημιουργών, η σχέση της όμως με τη δασκάλα ζωγραφικής, την κυρία Μιράζ, είναι τελικά εκείνη, η άλλη, η υψηλή τέχνη που θα την κάνει να μην υποκύψει, όπως η μητέρα της στην επικρατεία του θανάτου. Η τέχνη και η σχέση λοιπόν στο τέλος σώζουν απο την καταστροφή. Αλίμονό μας αν δεν πιστεύαμε σε αυτή την ουτοπία…..

– Στο πιο πρόσφατο βιβλίο σας «Το μέλλον ανήκει στην έκπληξη» επενδύετε στην επαγρύπνηση και σε εκείνο το μη προβλέψιμο, τη δυνατότητα αναδημιουργίας που πιστεύει η –κατά πολλούς αισιόδοξη επιστήμη της ψυχολογίας.  Πώς θα νικήσουμε τους φόβους και θα ξαναβρούμε την ελπίδα σήμερα;

Επιμένοντας σε πείσμα όλων των καιρών σε πείσμα όλων των περιστάσεων  να επανακτήσουμε τη χαμένη μας ζωή, κάθε κρίση κρύβει μέσα της μια ευκαιρία. Mια ευκαιρία υπαρξιακής επανατοποθέτησης του εαυτού μας απέναντι στο σημαντικό και στο ασήμαντο, στο χρειαζούμενο και στο άχρηστο, στο προσφιλές και στο εχθρικό, το βλέμμα και το πνεύμα οξύνονται και δύσκολα πλέον δελεάζονται από την κουλτούρα της ευτέλειας και της μονοσήμαντης σκέψης. Μια απομυθοποίηση του «καταναλώνω άρα υπάρχω» να είναι ένα από τα δώρα αυτής της κρίσης. Μέσα από το χαμό που ζούμε, θα βγει μια νέα ζωή. Μια επανάληψη της μυθολογίας. Η Γη γεννήθηκε απο το Χάος, σύμφωνα με μια σοφή μυθολογική εκδοχή η Γη είναι το παιδί του Χάους.

 

Λίγα λόγια για τη Φωτεινή Τσαλίκογλου
Η Φωτεινή Τσαλίκογλου γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης. Είναι συγγραφέας και καθηγήτρια ψυχολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο  όπου διδάσκει τα μαθήματα «Κλινική ψυχολογία μέσα από τη λογοτεχνία και την Τέχνη» και «Εγκληματολογική Ψυχολογία». Αρθρογραφεί  στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ κι έχει επιμεληθεί σειρές εκπομπών στην κρατική τηλεόραση γύρω από θέματα ψυχικής διαταραχής και κοινωνικού αποκλεισμού.

Τα έργα της περιλαμβάνουν βιβλία Ψυχολογίας και μυθιστορήματα. Το μυθιστόρημά της «Το Χάρισμα της Βέρθας» (εκδ. Καστανιώτη) ήταν υποψήφιο για το βραβείο αναγνωστών 2010 του ΕΚΕΒΙ. Το τελευταίο της βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη με τίτλο «Το Μέλλον ανήκει στην έκπληξη: 34 Σχόλια κι ένα υστερόγραφο για την κρίση».

Αρέσει σε %d bloggers: